Αναγνώστες

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΝΤΟΠΙΩΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Τέτοιες μέρες 2/15 Μάη 1919 έγινε η απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη που ήταν η απαρχή της τραγωδίας του Μικρασιατικού ελληνισμού.


Χαρακτηρισμένη ως η «μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών στην ιστορία», η αθρόα εισροή προσφύγων στην ελληνική επικράτεια από τη Μικρασία προκάλεσε μια σειρά ανακατατάξεων σε δημογραφικό και οικονομικό επίπεδο.


Για τον αριθμό των προσφύγων δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία εκτός από εκείνα της απογραφής του 1928, στην οποία καταγράφονται 1.221.849 πρόσφυγες.



Η προσωρινή στέγαση Μικρασιατών προσφύγων έγινε καταρχήν σε γήπεδα, θέατρα, αυλές εκκλησιών, δημόσια κτήρια, σε παράγκες, σε σκηνές, σε χαμόσπιτα και σε καλύβες που βρίσκονταν σε εγκαταλελειμμένα χωριά, σε οικισμούς αμιγώς προσφυγικούς. Οι συνθήκες διαβίωσης ήταν άθλιες. Δεν υπήρχαν έργα υποδοχής, ούτε δίκτυα ύδρευσης, ηλεκτροφωτισμού και αποχέτευσης. Έλειπαν παντελώς οι χώροι αναψυχής, ενώ μεταδίδονταν εύκολα επιδημικές ασθένειες όπως ο εξανθηματικός τύφος, η γρίπη, η ελονοσία, η φυματίωση, η ευλογιά κλπ.


Δεν ήταν όμως μόνο το δράμα της προσφυγιάς, ο πόνος για την απώλεια της αγαπημένης πατρίδας και των αγαπημένων προσώπων, οι δυσκολίες αποκατάστασης και ένταξης στην ελληνική κοινωνία. Είχαν να αντιμετωπίσουν και έναν διαρκώς αυξανόμενο ρατσισμό εκ μέρους των γηγενών. 
«Δεν άκουγε κανείς εκείνες τις μέρες τίποτα άλλο από τα στόματα όλων αυτών παρά κατάρες στο Βενιζέλο και βλαστήμιες: «Αχ αυτοί οι τουρκοσπορίτες Έλληνες της Μικράς Ασίας μας πήραν στο λαιμό τους. Μακάρι να τους σφάξει όλους ο Κεμάλ και να μη μείνει ούτε ποδάρι από δαύτους».


  Η βρισιά «τουρκόσπορος» μαζί με σωρό ανάλογες βρισιές, όπως «σκατοουγλούδες», «παλιοαούτηδες» κ.λπ. ήταν στην ημερήσια διάταξη, από ανώτερα και κατώτερα κυβερνητικά όργανα…» Το συναίσθημα αυτό περιγράφεται από τον Π. Κανελλόπουλο: «Μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, που από το 1915 είχε διχασθεί δεν αντίκρυσε τους πρόσφυγες με συμπάθεια, όταν τα αδυσώπητα κύματα της ιστορίας τους έριξαν πάνω στους βράχους της Ελλάδας. Δεν υπήρξε συμπάθεια, δεν υπήρξε απάθεια, υπήρξε αντιπάθεια.». Για τους ίδιους τους πρόσφυγες, η επαφή με τους γηγενείς υπήρξε ένα τραυματικό πολιτισμικό σοκ.


 Ο αρχικός εκνευρισμός που ένιωσαν οι ντόπιοι για τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής πήρε σύντομα τη μορφή εχθρότητας. Η ρατσιστική συμπεριφορά κατά των προσφύγων θα αποτελέσει γενικευμένη κοινωνική συμπεριφορά, τόσο των Ελλαδιτών Ελλήνων, όσο και των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων που κατοικούσαν τότε στην Ελλάδα. Δεν θα υπάρξουν σημαντικές εκδηλώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης. 


Αντιμέτωποι με το διάχυτο ρατσισμό μιας μεγάλης μερίδας της «γηγενούς» κοινωνίας, δαιμονοποιημένοι συχνά σαν αιτία κάθε κακού (από την οικονομική δυσπραγία του μεσοπολεμικού δημοσίου που «τους φορτώθηκε» ή την «έκρηξη της εγκληματικότητας», μέχρι την αυξημένη ανεργία των ντόπιων, το ρόλο τους σα φτηνό εργατικό δυναμικό  ή σαν όργανα νοθείας των εκλογών, ακόμη και σαν παρακρατικοί τραμπούκοι), οι πρόσφυγες αυτοί εντάχθηκαν τελικά ισότιμα στην ελληνική κοινωνία μέσα από μια διαδικασία επίπονη και γεμάτη συγκρούσεις. Οι πρόσφυγες κι οι συνοικισμοί τους περιγράφονται σαν κάτι ολοκληρωτικά ξένο από την «αυθεντικά ελληνική» κοινωνία των γηγενών, σαν «εισβολείς» που έχουν έρθει να καταστρέψουν τον «ελληνικό τρόπο ζωής» της παραδοσιακής «μικράς πλην εντίμου» Ελλάδας.
Ενα πρώτο πράγμα που τους χρεώνεται σε πολιτικό επίπεδο, είναι ότι η ψήφος τους νοθεύει την πραγματική βούληση του εκλογικού σώματος. 


«Οι πρόσφυγες ελθόντες ενταύθα θύματα μιας τραγικής καταστροφής», διαβάζουμε π.χ. σε προεκλογικό κύριο άρθρο του «Εμπρός» (14.9.1928), «δεν εδιδάχθησαν πως πρέπει να έχουν και αυτοί γνώμην επί των κοινών, εκλέγοντες ομού μετά των άλλων τους ανθρώπους οι οποίοι θα τους διοικούν, αλλά πώς να νοθεύουν την γνώμην των άλλων. Δεν εδιδάχθησαν πώς να ψηφίζουν ως ελεύθεροι πολίται, αλλά πώς να αλλοιώνουν την ψήφον των άλλων».
Η ίδια εφημερίδα αντιπαραβάλλει «πρόσφυγες» κι «ελληνικό λαό», ως διαφορετικές κι αντίπαλες κατηγορίες: οι Βενιζελικοί, διακηρύσσει, «γνωρίζουν ότι ο ελληνικός λαός τους θεωρεί πραγματικούς εχθρούς του, χυδαίους απατεώνας και αγύρτας και ουδέποτε θα εκδηλώση προς αυτούς την εμπιστοσύνην του, δια τούτο δε στηρίζουν τας ελπίδας τους μόνον εις τους ευνοηθέντας υπό της τύχης και της ιδικής μας νομιμότητος πρόσφυγας» (5.8.1928).
Οσο για τη «νοθεία», αυτή μπορεί να γίνεται έμμεσα και νόμιμα, με την επιλεκτική προσφυγική εγκατάσταση στις περιφέρειες αντιβενιζελικών αστικών κέντρων ή με το σχεδιασμό των εκλογικών περιφερειών έτσι ώστε να αυξάνεται η βαρύτητα της προσφυγικής ψήφου (γεγονότα ιστορικά πιστοποιημένα), η όλη συζήτηση όμως επικεντρώνεται στην υποτιθέμενη διπλοψηφία των βενιζελικών προσφύγων σε βάρος των αντιβενιζελικών γηγενών.
«Εξήκοντα χιλιάδες ανύπαρκτοι πρόσφυγες εψήφισαν κατά τας εκλογάς του 1926», διαβάζουμε π.χ. σε προεκλογικό πρωτοσέλιδο της έγκυρης «Καθημερινής» (13.7.1928). «Αι πλεονάζουσαι αυταί ψήφοι προήρχοντο εκ των διαθετόντων διπλά και τριπλά εκλογικά βιβλιάρια».
Συχνά, οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες χρησιμοποιούνταν από την εργοδοσία ως απεργοσπάστες ή για να ρίξουν τα μεροκάματα. Στα πολιτικά ντοκουμέντα του ΚΚΕ, τη δεκαετία του 1928, η «συρροή προσφύγων» και η «ύπαρξη χιλιάδων προσφυγικών εργατικών χεριών» καταγράφεται συχνά ως μια από τις βασικές αιτίες -αλλά όχι η μοναδική- για τη διόγκωση της ανεργίας («Επίσημα Κείμενα», τ.Β΄, χ.τ.έ. 1964, σ.205, 216 & 574).
Για τη στάση πολλών γηγενών απέναντι στους πρόσφυγες του ’22, εξαιρετικά εύγλωττο είναι το μυθιστόρημα «Λεηλασία μιας ζωής» του μεσολογγίτη εκπαιδευτικού Αντώνη Τραυλαντώνη (1935

3 σχόλια:

  1. Ενδιαφέρουσα ανάρτηση, γιατί περιέχει αλήθειες βασισμένες σε στοιχεία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ό,τι ταράζει τη ζαχαρένια μας, εύκολα το χαρακτηρίζουμε ως εχθρικό.
    Ξενικός

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Διατηρούμε άραγε μέσα μας αυτό το πανάρχαιο τοπικισμό των ελληνικών πόλεων-κρατών ;
    Ξενούδης

    ΑπάντησηΔιαγραφή