Αναγνώστες

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

ΕΥΘΥΜΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 21


Ο Πανουργιάς γεννήθηκε το 1759 στον 'Άγιο Γεώργιο της 'Άμφισσας. 
Πατέρας του ο τσοπάνης Ξηροδημήτρης. Σύμφωνα με την παράδοση το επίθετο της οικογένειας ήταν Ξηρός. Κατά την βάπτιση του, ο νονός του, αθώος και αγράμματος, νόμισε ότι βαφτίζει κορίτσι και στην ερώτηση του ιερέα "…και το όνομα αυτού…", απάντησε "Πανουργιά" (Πανωραία). Ο πατέρας του δεν ήθελε να αλλάξει το όνομα και απλά το μετέτρεψε στο αρσενικό Πανουργιάς.
Αργότερα στην ζωή του διατήρησε το όνομα αυτό όχι μόνο σαν βαφτιστικό αλλά και σαν επώνυμο. Έτσι υπόγραφε σαν Πανουργιάς Δημ. Πανουργιάς.
Ο Καραϊσκάκης όταν κάποτε ήταν άρρωστος προκειμένου να διαπιστώσει τις ιατρικές ικανότητες ενός Ευρωπαίου ιατρού, μέσα στο κρεβάτι του έβαλε ένα από τα παλικάρια του , αυτό λοιπόν έδωσε το χέρι του για να πάρει τον σφυγμό ο ιατρός, ο οποίος μετά από πολύ περίσκεψη έβγαλε την διάγνωση
- Οι δυνάμεις σου στρατηγέ πέσανε πολύ.
Τότε τίναξε τα σκεπάσματα και ο γιατρός έμεινε ξερός βλέποντας το χέρι του παλικαριού.
Ο Γκούρας στη μαχη στα βασιλικα  είχε πάθει αγκύλωση στά δάκτυλα από τό πιάσιμο τού σπαθιού του καί όταν ζήτησε από τόν Μπαλαούρα νερό γιά νά πιεί, ο τελευταίος δέν μπόρεσε νά βρεί καθαρό νερό στό ποτάμι, καθώς ήταν κόκκινο από τό αίμα τών Τούρκων σκοτωμένων.
 
Όταν γινόταν η μάχη στα Δερβενάκια, που κατέληξε στην ήττα του τουρ­κικού στρατού, ένας νεαρός τσοπάνος καθόταν λίγο παραπέρα. ακουμπι­σμένος στην γκλίτσα του και παρατηρούσε την μάχη. Τον βλέπει ο Κολο­κοτρώνης και του λέει:
-             Τι στέκεσαι και βλέπεις και δε πάς να πολεμήσεις και συ βρε Έλληνα;
-              Δεν έχω όπλο, καπετάνιο, απάντησε ο τσοπάνος.
-             Έχεις τη γκλίτσα σου! Όπλο είναι και αυτή! Άντε πήγαινε να νικήσεις κάνα Τούρκο,  να πάρεις το όπλο του και τη στολή του και να ντυθείς, επέ­μεινε  Κολοκοτρώνης.
-             Τρέχω αμέσως, καπετάνιο, απαvτά ζωηρά ο τσοπάνος και κουνώντας την γκλίτσα του τρέχει και ανακατώνεται  με τους πολεμιστές.
Το ίδιο βράδυ ο νεαρός τσοπάνος. καλοντυμένος και οπλισμένος έρχεται και στέκεται επιδεικτικά και καμαρωτά μπροστά στον Κολοκοτρώνη:
-             Ποιός είσαι εσύ, βρε Έλληνα; τον ρωτά  εκείνος.
-             Καπετάνιο, δεν με γνώρισες;  Εγώ ο τσοπάνος είμαι που με έστειλες το μεσημέρι να πολεμήσω με την γκλίτσα μου και έκανα όπως μου είπες. Νίκnσα τους Τούρκους και αρματώθηκα! απάντησε όλο  υπερηφάνεια το τσο­πανόπουλο.
Ο Αλή Πασάς για να παραπλανήσει τους Σουλιώτες διέδωσε ότι θα εκστρατεύσει κατά του πασά του Αργυρόκαστρου και ζήτησε τη βοήθειά τους, υποσχόμενος προνόμια. Οι Σουλιώτες αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για τέχνασμα, ωστόσο για να του δείξουν ότι τον πιστεύουν, του έστειλαν 70 παλικάρια με αρχηγό το Λάμπρο Τζαβέλα. Ο Αλής τους έπιασε αιχμαλώτους, τους έστειλε στα Γιάννενα στις φυλακές του Κάστρου. Κάλεσε στη συνέχεια το Λάμπρο Τζαβέλα, για να διαπραγματευτούν την παράδοση του Σουλίου. Ο Λ. Τζαβέλας προσποιήθηκε, ότι δέχεται τις προτάσεις του. Ο Αλής τον άφησε ελεύθερο να γυρίσει στο Σούλι και για επιβεβαίωση της συμφωνίας τους κρατά ομήρους το γιο του Φώτο και άλλους 70 άνδρες. Όταν έφτασε ο Λ. Τζαβέλας στο Σούλι, οργάνωσε καλύτερα την άμυνα και έστειλε στον Αλή Πασά το ακόλουθο γράμμα:
«Αλήπασα, χαίρομαι όπου εγέλασα έναν δόλιον, είμαι εδώ να διαφεντέψω την πατρίδα μου εναντίον εις έναν κλέφτην. Ο υιός μου θέλει αποθάνει, εγώ όμως απελπίστως θέλω τον εκδικήσω πριν να αποθάνω. Κάποιοι Τούρκοι, καθώς εσύ, θέλουν ειπείν, ότι είμαι άσπλαγχνος πατέρας με το να θυσιάσω τον υιόν μου δια τον ιδικό μου λυτρωμόν. Αποκρίνομαι ότι αν εσύ πάρεις το βουνόν θέλεις σκοτώσει τον υιόν μου με το επίλοιπον της φαμίλιας μου και τους συμπατριώτας μου, τότε δεν θα μπορέσω να εκδικήσω τον θάνατόν του αμή αν νικήσωμε θέλει έχω και άλλα παιδιά, η γυναίκα μου είναι νέα. Εάν ο υιός μου νέος, καθώς είναι, δεν μένει ευχαριστημένος ν' αποθάνει δια την πατρίδα του, αυτός δεν είναι άξιος να ζήσει και να γνωρίζεται ως υιός μου· προχώρησε λοιπόν άπιστε, είμαι ανυπόμονος να εκδικηθώ. Εγώ ο ωμοσμένος εχθρός σου καπετάν Λάμπρος Τζαβέλας».
Ο Αλή Πασάς προστάζει γενική επίθεση με 8.000 Τουρκαλβανούς. Η δεύτερη εκστρατεία του Αλή Πασά εναντίον του Σουλιού κατάληξε σε πανωλεθρία. Ένα μικρό μόνο μέρος από το στρατό του σώθηκε. Αναγκάστηκε να κλείσει ταπεινωτική ειρήνη με τους Σουλιώτες, που κράτησε οχτώ χρόνια. Απελευθέρωσε το Φώτο Τζαβέλα και τους ομήρους.