Αναγνώστες

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΠΗΓΩΝ. ΘΕΩΡΙΑ-ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ.


Αποτέλεσμα εικόνας για ιστορια

Ακολουθεί θεωρία και μεθοδολογία για την ανάλυση των ιστορικών πηγών και τρία παραδείγματα εφαρμογής για τους υποψηφίους της Ομάδας προσανατολισμού ανθρωπιστικών σπουδών.

1) ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΠΗΓΩΝ

 Α) Οι πηγές διακρίνονται σε άμεσες και έμμεσες.
 Άμεσες είναι:

α. Τα κείμενα που προορίζονταν να υπηρετήσουν συγκεκριμένους πρακτικούς σκοπούς: Οι συνθήκες, η νομοθεσία, τα έγγραφα (δημόσια και ιδιωτικά), οι πολιτικοί λόγοι, τα πολιτικά φυλλάδια, οι επιστολές.
 β. Οι επιγραφές, οι πάπυροι, τα νομίσματα, οι επιστολές, οι σφραγίδες.
γ. Τα μνημεία (από τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης ως τα τείχη της αρχαίας Πλάταιας και της Κωνσταντινούπολης).
 δ; Το ακουστικό και οπτικό υλικό της εποχής μας (φωτογραφία, κινηματογράφος, εγγραφές σε δίσκο ή μαγνητοταινίες).

 Έμμεσες πηγές είναι:

α. Τα ιστοριογραφικά κείμενα, οι χρονογραφίες, τα αγιογραφικά κείμενα.
 β. Τα απομνημονεύματα.
 γ. Ο Τύπος (εφημερίδες, περιοδικά).
δ. Τα έργα της λογοτεχνίας. Όλες οι γραπτές πηγές δεν έχουν την ίδια αξία και η αξιοπιστία τους εξαρτάται από την προσωπικότητα του συγγραφέα, το χαρακτήρα της συγγραφής, τη χρονική απόσταση από το γεγονός που ιστορείται.

 Β) Κατά άλλους ιστορικούς οι ιστορικές πηγές χωρίζονται στις ακόλουθες κατηγορίες:

Πρωτογενείς, οι οποίες είναι πρωτότυπο υλικό που δημιουργήθηκε την ίδια εποχή (μέρα/ες, μήνα/ες, έτος/η) κατά την οποία λάβαινε χώρα το υπό εξέταση ζήτημα (θέμα ιστορικής έρευνας) αλλά από πρωταγωνιστές ή αυτόπτες μάρτυρες. Παραδείγματα πρωτογενών πηγών είναι τα επίσημα έγγραφα (νόμοι, δικαστικές αποφάσεις, αναφορές επιτροπών και συμβουλίων, πρακτικά συνεδριάσεων ομοσπονδιών κ.τ.λ.), προσωπικά στοιχεία (ημερολόγια, γράμματα, αυτοβιογραφίες κτ.λ.), προφορικά/ παραδοσιακά στοιχεία (μύθοι και παραδόσεις, καταθέσεις αυτόπτων μαρτύρων, συνεντεύξεις ομιλίες), εκδόσεις (βιβλία, δημοσιευμένα άρθρα, εφημερίδες), φυσικά μνημεία (κτίρια, στάδια, αγάλματα κ.τ.λ.).

 Δευτερογενείς πηγές, οι οποίες είναι πληροφορίες που δημιουργήθηκαν από πρόσωπα που δεν ζούσαν την εποχή για την οποία γράφουν ή που δεν είχαν άμεση σχέση με τα γεγονότα που αναφέρουν. Παραδείγματα δευτερογενών πηγών είναι βιβλία, εγχειρίδια, άρθρα εφημερίδων, εγκυκλοπαίδειες, κινηματογραφικές ταινίες κ.τ.λ.

2. ΤΡΟΠΟΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΠΗΓΩΝ

Για να προσεγγίσουμε μια ιστορική πηγή, ακολουθούμε τα ακόλουθα βήματα:
 α) προσδιορίζουμε την ταυτότητα της πηγής:
 1) Ποιος είναι ο δημιουργός της; (συμμετέχει στα γεγονότα ή όχι;)
 2) Τοποθέτησή της στο ιστορικό πλαίσιο.
3) Πότε γράφτηκε; (είναι σύγχρονη με τα γεγονότα ή μεταγενέστερη;)
4) Ποιο είναι το θέμα της;
 5) Τι είδους πηγή είναι; (είναι πρωτογενής ή δευτερογενής πηγή;) Τα στοιχεία αυτά μπορούν να αποτελέσουν την εισαγωγή του κειμένου μας.
 β) Στη συνέχεια συγκεντρώνουμε τις πληροφορίες που παρέχει η πηγή. Κατά την άντληση των πληροφοριών πρέπει να προσέξουμε:
 1) να διακρίνουμε τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται η πηγή από τα σχόλια του δημιουργού της,
 2) να διακρίνουμε ποιες από τις πληροφορίες που παρέχει το κείμενο είναι σχετικές με το θέμα της ερώτησης.
γ) Το επόμενο βήμα είναι να συγκρίνουμε το περιεχόμενο της πηγής με την υπάρχουσα ιστορική γνώση. Γενικά, οι σχέσεις μιας πηγής με «τις ιστορικές μας γνώσεις», δηλαδή με τις πληροφορίες του σχολικού εγχειριδίου, μπορούν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής: Η πηγή μπορεί:
 1) να επιβεβαιώνει/τεκμηριώνει τις πληροφορίες του σχολικού εγχειριδίου,
 2) να διευκρινίζει/διασαφηνίζει τα δεδομένα του σχολικού βιβλίου,
3) να συμπληρώνει τις ιστορικές μας γνώσεις,
4) να καταθέτει μια αντίθετη άποψη από αυτή που υποστηρίζεται στο σχολικό εγχειρίδιο.
δ) Αφού προσδιορίσουμε τη σχέση της πηγής με την υπάρχουσα ιστορική γνώση, προσπαθούμε να βρούμε τα σημεία σύνδεσης, δηλαδή τα σημεία στα οποία τα δύο κείμενα (βιβλίο - πηγή) έχουν νοηματική συνάφεια. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να προσέξουμε:
 1) να κατανοήσουμε σωστά τους ιστορικούς όρους που περιέχει η πηγή,
 2) να εντοπίσουμε τις ομοιότητες ή τις διαφορές στην οπτική του βιβλίου και της πηγής ή δύο πηγών μεταξύ τους.
ε) Το επόμενο βήμα είναι η σύνθεση της απάντησής μας. Εδώ θα πρέπει να προσέξουμε τα εξής:
 1) το τελικό κείμενο να μην αποτελεί συρραφή χωρίων του βιβλίου και της πηγής, αλλά να αποτελεί ένα ομοιογενές κείμενο,
2) να μην αναπαράγεται αυτούσιο το κείμενο της πηγής, αλλά να διατυπώνονται οι πληροφορίες σε δικό μας αυτόνομο λόγο.
 στ) Τέλος, πρέπει να ολοκληρώσουμε και να κλείσουμε το κείμενό μας συνθέτοντας έναν επίλογο που θα συνοψίζει όσα διαπραγματευτήκαμε παραπάνω.

 ΣΥΝΔΕΤΙΚΕΣ ΦΡΑΣΕΙΣ

 Παραδείγματα
• Όπως επισημαίνει/παρατηρεί/τονίζει/ αναφέρει ο/η … στο έργο …
• Όπως διαπιστώνεται και στο απόσπασμα από το έργο …
• Χαρακτηριστικά είναι όσα αναφέρει ο/η … στο έργο …
• Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του/της … στο έργο …
• Τα παραπάνω επαληθεύει και η συγκεκριμένη μαρτυρία/αναφορά στο έργο …
 • Τα παραπάνω στοιχεία επιβεβαιώνονται και από τον/την … στο έργο …
• …, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τον/την … στο έργο …. Συγκεκριμένα …
 • Αυτό αποδεικνύεται και από …, όπως αυτό δίνεται στο έργο … του/της …. Μεταξύ των άλλων αναφέρεται ότι …
• Όπως μας πληροφορεί ο/η … στο έργο….
• Συμπληρωματικά στοιχεία δίνει ο/η … στο έργο … Πιο συγκεκριμένα, …
• Την εικόνα συμπληρώνουν τα στοιχεία που παραθέτει ο/η … στο έργο …
• Την εικόνα συμπληρώνει ο/η … αναφέροντας ότι …
 • Πρόσθετα στοιχεία δίνει ο/η … στο έργο … Συγκεκριμένα, εκεί αναφέρει (αναφέρεται) ότι …
• Επιπλέον, όπως αναφέρεται/επισημαίνεται/ τονίζεται και από τον/την ...,
 • Επιπροσθέτως, σύμφωνα και με τον/την …, εξίσου σημαντικό ρόλο είχαν ….
 • Οι απόψεις του… παρουσιάζονται αναλυτικότερα στο έργο … του/της …
• Όπως πληροφορούμαστε από τη συγκεκριμένη δευτερογενή πηγή, …
• Τα ιστορικά παραθέματα που δίνονται επεξηγούν ….
• Μια διαφορετική εικόνα της κατάστασης παρουσιάζεται στο απόσπασμα από το έργο … του/της … Πιο συγκεκριμένα, …
• Μια διαφορετική εικόνα δίνει ο/η … όταν αναφέρει/παρατηρεί/επισημαίνει ότι …
• Αντίθετη άποψη έχει ο/η … Πιο συγκεκριμένα, όπως

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΠΗΓΗΣ

ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Συνδυάζοντας τις ιστορικές γνώσεις σας και τις πληροφορίες των παραθεμάτων που σας δίνονται, να αναφερθείτε στα οφέλη της Ελλάδας από τους Βαλκανικούς πολέμους, αλλά και στα προβλήματα που προέκυψαν από την ενσωμάτωση των νέων περιοχών στον εθνικό κορμό.  

                                                                                       
Κείμενο Α

Μολονότι η Ελλάδα βγήκε υπερχρεωμένη από τους Βαλκανικούς Πολέμους, η ελληνική οικονομία έδινε κάποια σημεία ανόρθωσης, οφειλόμενα ίσως στην αναθέρμανση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος μετά τη γενική ευφορία που δημιούργησαν οι σαρωτικές στρατιωτικές επιτυχίες, επιτρέποντας στον ελληνικό λαό να ατενίζει το μέλλον με πρωτόγνωρη αισιοδοξία. [...] Ό,τι συνέβαλε τα μέγιστα στο κλίμα σιγουριάς και αισιοδοξίας ήταν ο ενθουσιασμός για τις στρατιωτικές επιτυχίες. [...] Η παραγωγική δυνατότητα όσων περιοχών προσαρτήθηκαν και η παρεπόμενη επέκταση της εσωτερικής αγοράς ασφαλώς προοιωνίζονταν λαμπρό μέλλον. […] Επιπλέον, οι στρατιωτικές επιτυχίες υπαγόρευαν τη διαρκή πολεμική ετοιμότητα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων για την προάσπιση των νέων εδαφών, αφού τόσο η Τουρκία όσο και η Βουλγαρία δεν θα αποδέχονταν μάλλον τις εδαφικές τους απώλειες. Η επέκταση όμως της αμυντικής θωράκισης της Ελλάδας αναπόφευκτα καταπονούσε την οικονομία της.
Γεώργιος Β. Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000, σσ. 238-239

 Κείμενο Β

[...] Το 1913 η ύπαιθρος της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης έμοιαζε περισσότερο με την νοτιοελλαδική ύπαιθρο των αρχών του 19ου , παρά με εκείνη των αρχών του 20ού αιώνα. Εκτεταμένα έλη κάλυπταν τις πεδινές περιοχές, η ελονοσία ενδημούσε, η πληθυσμιακή πυκνότητα ήταν χαμηλή. Κυρίαρχη μορφή ιδιοκτησίας ήταν τα τσιφλίκια, που συνδυάζονταν με την ημινομαδική κτηνοτροφία. Η οικονομία των νέων επαρχιών αντιμετώπιζε πρόσθετα προβλήματα κι απ’ το γεγονός ότι έως τότε ήταν προσανατολισμένη προς τα οικονομικά και πολιτικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από τα οποία είχε αποκοπεί. Επιπλέον, στις νέες βόρειες επαρχίες κατοικούσε ένα μωσαϊκό από διαφορετικές φυλετικές και θρησκευτικές ομάδες. […]
Αλέξης Φραγκιάδης, Ελληνική Οικονομία 19ος – 20ός αιώνας, Νεφέλη, Αθήνα 2007, σσ. 127-12

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

 1) Καταρχάς διαβάζουμε πολύ προσεκτικά την εκφώνηση της ερώτησης και υπογραμμίζουμε τα κύρια σημεία της – ζητούμενα (βλ. εκφώνηση).
2) Στη συνέχεια σκεφτόμαστε και εντοπίζουμε σε ποιο κεφάλαιο του σχολικού εγχειριδίου αναφέρονται οι πηγές και αν υπάρχει πιθανότητα να συνδυάζονται διάφορα υποκεφάλαια. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι πηγές σχετίζονται με το Γ΄ κεφάλαιο (Οι οικονομικές εξελίξεις κατά τον 20ό αιώνα) σελ. 49 που συνδυάζεται με τις πληροφορίες της σελίδας 46 για την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης.
3) Ξεκινούμε με μία μικρή εισαγωγή. Στην περίπτωσή μας για τους Βαλκανικούς πολέμους (πληροφορίες υπάρχουν διάσπαρτες και σε άλλα κεφάλαια του βιβλίου όπως και στην Ιστορία Γενικής Παιδείας).
 4) Προχωρούμε στην κυρίως ανάλυση απαντώντας στα ζητούμενα (οφέλη και προβλήματα από την ενσωμάτωση των νέων περιοχών από τους βαλκανικούς πολέμους). Μπορείτε να προχωρήσετε στην ανάλυση με τη μέθοδο της παράθεσης ή της σύνθεσης αρκεί να τονίζετε που αναφέρεστε κάθε 2 φορά ( στο ιστορικό εγχειρίδιο, στο πρώτο παράθεμα – πηγή ή στο δεύτερο). Καλόν είναι να απαριθμείτε τα επιπλέον στοιχεία και να αναφέρετε οπωσδήποτε εντός παρενθέσεως το τεκμήριο (λέξη κλειδί ή φράση της πηγής).
5) Από τη στιγμή που έχετε στη διάθεσή σας δύο διαφορετικά παραθέματα οφείλετε και να τα συγκρίνετε (π.χ. σε τι διαφέρουν ή αν αλληλοσυμπληρώνονται). 6) Κλείνετε με έναν επίλογο (εδώ μπορείτε να καταφύγετε στην κατακλείδα της αντίστοιχης παραγράφου του σχολικού εγχειριδίου).

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Εισαγωγή:

 Η Ελλάδα μετά τους δύο βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) και με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου (10 Αυγ. 1913) ενσωμάτωσε στον εθνικό κορμό της νέες περιοχές (Ήπειρο, Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, Νησιά του Αιγαίου, Κρήτη).

 Κυρίως Θέμα:

 Όπως πληροφορούμαστε από το σχολικό εγχειρίδιο (σελ.49) το κόστος των Βαλκανικών πολέμων ήταν σημαντικό, δεν κλόνισε όμως την εθνική οικονομία, όπως συνέβαινε με τις στρατιωτικές κινητοποιήσεις του 19ου αιώνα. Επιπλέον, στην περίπτωση αυτή, η Ελλάδα βγήκε ιδιαίτερα κερδισμένη από τον πόλεμο. Ενσωμάτωσε πλούσιες περιοχές (Ήπειρο, Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, Νησιά του Αιγαίου, Κρήτη) και εκατομμύρια νέους κατοίκους. Τα εδάφη της αυξήθηκαν κατά 70% περίπου (από 65.000 σε 108.800 τετρ. χλμ.) και ο πληθυσμός της κατά 80% (από 2.700.000 σε 4.800.000 κατοίκους). Το κυριότερο όμως ήταν οι νέες οικονομικές προοπτικές. Τα νεοαποκτηθέντα εδάφη ήταν ως επί το πλείστον πεδινά και αρδευόμενα, πράγμα που δημιουργούσε άριστες προοπτικές για τη γεωργική παραγωγή. Το κύριο πρόβλημα ήταν η παρουσία ισχυρών μειονοτικών ομάδων στις περιοχές αυτές. Στη σχετικά ομοιογενή Ήπειρο, για παράδειγμα, δίπλα στους 166.000 Έλληνες υπήρχαν, το 1914, 38.000 μουσουλμάνοι (αλβανικής κυρίως καταγωγής) και μερικές χιλιάδες Εβραίοι. Οπωσδήποτε όμως, η Ελλάδα έγινε υπολογίσιμη πλέον δύναμη και η εμπιστοσύνη που ενέπνεε στις αγορές χρήματος και πιστώσεων αυξήθηκε σημαντικά. Τις πληροφορίες αυτές ενισχύουν τα δύο παραθέματα πηγών που έχουμε στη διάθεσή μας. Και τα δύο αποτελούν αποσπάσματα δευτερογενών πηγών (σύγχρονη βιβλιογραφία) και αντλούνται από μονογραφίες που εκπονήθηκαν από έλληνες ιστορικούς των ημερών μας ( Γ. Λεονταρίτης και Α. Φραγκιάδης). Από τον τίτλο των μονογραφιών κατανοούμε ότι η μεν πρώτη ασχολείται με την συμμέτοχη της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η δεύτερη, πιο ειδικά, με την οικονομία του Ελληνικού κράτους. Συγκρίνοντας τα δύο παραθέματα διαπιστώνουμε ότι το πρώτο τονίζει κυρίως τα οφέλη που αποκόμισε η Ελλάδα από τους Βαλκανικούς πολέμους και τα συγκρίνει με τα οικονομικά κυρίως προβλήματα που δημιουργήθηκαν, ενώ το δεύτερο εστιάζει, θα λέγαμε πρωτίστως, στα προβλήματα που ανέκυψαν με την ενσωμάτωση των νέων περιοχών. Πιο συγκεκριμένα το πρώτο παράθεμα επιβεβαιώνει ότι τα οφέλη των βαλκανικών πολέμων υπερτερούσαν σαφώς των προβλημάτων. Πρώτο όφελος παρουσιάζεται το κλίμα αισιοδοξίας που είχε ανακύψει στο ελληνικό λαό από τις νίκες των Βαλκανικών πολέμων («κλίμα σιγουριάς… ήταν ο ενθουσιασμός για τις στρατιωτικές επιτυχίες») γεγονός που αναθέρμανε την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος και βελτίωνε την οικονομία («η ελληνική οικονομία έδινε κάποια σημάδια ανόρθωσης»). Δεύτερον οι νέες περιοχές, όπως αναφέραμε και παραπάνω, ήταν πλούσιες σε γεωργική παραγωγή και επιπλέον διευρυνόταν η αγοραστική δύναμη με την ενσωμάτωση νέων πληθυσμών και επεκτεινόταν το 3 ελληνικό εμπόριο στα νέα εδάφη («η παραγωγική δυνατότητα… και η… επέκταση της εσωτερικής αγοράς…προοιώνιζαν λαμπρό μέλλον»). Από την άλλη μεριά όμως το πρώτο παράθεμα αναφέρει ότι προέκυπταν και κάποια προβλήματα. Καταρχήν πληροφορούμαστε ότι η Ελλάδα «βγήκε υπερχρεωμένη» από τους Βαλκανικούς πολέμους και δεύτερον ο ελληνικός στρατός έπρεπε να βρίσκεται σε πολεμική ετοιμότητα για να προστατέψει τα νέα εδάφη από τους προηγούμενους κατόχους τους που δεν συμφωνούσαν με την συνθήκη του Βουκουρεστίου («τόσο η Τουρκία όσο και η Βουλγαρία δεν θα αποδέχονταν μάλλον τις εδαφικές τους απώλειες»). Η ανάγκη όμως για συνεχή πολεμική ετοιμότητα και οι συνακόλουθες πολεμικές δαπάνες για άμυνα είχαν ισχυρό αρνητικό αντίκτυπο στα οικονομικά της Ελλάδας («Η επέκταση της αμυντικής θωράκισης… καταπονούσε την οικονομία της»). Τα προβλήματα που παραθέτει η πρώτη πηγή έρχεται να συμπληρώσει το κείμενο της δεύτερης πηγής. Σε αντίθεση, θα λέγαμε, με αυτά που αναφέρει το σχολικό εγχειρίδιο ο συγγραφέας της Α.Φραγκιάδης μας πληροφορεί ότι οι νεοαποκτηθείσες περιοχές είχαν χαμηλότερη ανάπτυξη σε σχέση με την Παλαιά (Νότιο) Ελλάδα («η ύπαιθρος…έμοιαζε με την νοτιοελλαδική ύπαιθρο των αρχών του 19ου …αιώνα»). Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι μεταξύ των νέων περιοχών (Ήπειρο και Μακεδονία) αναφέρεται και Θράκη η οποία όμως δεν περιήλθε στην Ελλάδα το 1913 αλλά στην Βουλγαρία μέχρι το 1919. Ως βασικά προβλήματα αυτής της χαμηλής ανάπτυξης στις νέες περιοχές που προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα αναφέρονται από την δεύτερη πηγή: (1) Η έλλειψη αποστραγγιστικών και εγγειοβελτιωτικών έργων στα πρώην εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας («εκτεταμένα έλη κάλυπταν τις πεδινές περιοχές»). (2) Οι θανατηφόρες αρρώστιες («η ελονοσία ενδημούσε»). (3) Η δημογραφική έλλειψη («η πληθυσμιακή πυκνότητα ήταν χαμηλή»). (4) Οι οθωμανικοί θεσμοί ιδιοκτησίας και τα τσιφλίκια με συνακόλουθη ύπαρξη κολίγων («κυρίαρχη μορφή ιδιοκτησίας ήταν τα τσιφλίκια») σε συνδυασμό με την κτηνοτροφία που ήταν «ημινομαδική», βουκολικοί πληθυσμοί δηλαδή χωρίς μόνιμη κατοικία. (5) Ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα ήταν ότι το εμπόριο στις περιοχές αυτές γινόταν με πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη και η Αδριανούπολη που ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία και με την προσάρτηση είχε σταματήσει. Επιπλέον οι πληθυσμοί των νεοαποκτηθέντων περιοχών ήταν συνδεδεμένοι πολιτικά (Οθωμανοί υπήκοοι) με την Οθωμανική αυτοκρατορία. («η οικομομία των νέων επαρχιών … ήταν προσανατολισμένη προς τα οικονομικά και πολιτικά κέντρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας») (6) Τέλος ένα ακόμη πρόβλημα ήταν, όπως αναφέραμε και παραπάνω, η ύπαρξη ισχυρών μειονοτικών ομάδων στις «Νέες Χώρες» (« ένα μωσαϊκό από διαφορετικές φυλετικές και θρησκευτικές ομάδες»). Ως αντιστάθμισμα στα παραπάνω προβλήματα πρέπει να πούμε ότι, όπως αναφέρει το σχολικό εγχειρίδιο (σελ. 46), ένα επιπλέον θετικό στοιχείο που ενισχύει τα οφέλη των Βαλκανικών πολέμων ήταν η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα, μιας πόλης με σημαντικό -για τα μέτρα της περιοχής- βιομηχανικό υπόβαθρο και με κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, αποτέλεσε σημείο αναφοράς για το εργατικό κίνημα. Η μεγάλη πολυεθνική εργατική οργάνωση της πόλης, η Φεντερασιόν, με πρωτεργάτες σοσιαλιστές από την ανοιχτή σε νέες ιδέες εβραϊκή κοινότητα της πόλης, αποτέλεσε σημαντικό δίαυλο για τη διάδοση σοσιαλιστικής και εργατικής ιδεολογίας στη χώρα. Επίλογος Κλείνοντας θα λέγαμε ότι παρά τα προβλήματα η χώρα ήταν έτοιμη να αφιερωθεί στο δύσκολο έργο της ενσωμάτωσης των νέων περιοχών, όταν ξέσπασε, το καλοκαίρι του 1914, ο Α' Παγκόσμιος πόλεμος που οδήγησε την Ελλάδα σε νέες πολεμικές και πολιτικές περιπέτειες με αποκορύφωμα τη Μικρασιατική καταστροφή το 1922.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από το κείμενο που σας δίνεται παρακάτω, να αναφερθείτε στη συμφωνία της Άγκυρας και ειδικότερα στο ζήτημα εκείνο που προκάλεσε τις αντιδράσεις των προσφύγων.

«Εγώ ισχυρίζομαι, κ. βουλευταί, ότι αι περιουσίαι των Ελλήνων ανταλλαξίμων ήσαν ασυγκρίτως μεγαλείτεραι και σπουδαιότεραι από την περιουσίαν των Τούρκων ανταλλαξίμων, αλλ’ ισχυρίζομαι συγχρόνως, ότι είναι όχι απλώς αμφίβολον, αλλά και απίθανον ακόμη, ότι η εκτίμησις των περιουσιών, είτε ατομική, είτε συνολική και συνοπτική, θα έδιδεν αποτελέσματα ενεργητικά υπέρ της Ελλάδος. Έχω καθήκον, βέβαια να σας εξηγήσω που στηρίζεται η αμφιβολία μου αυτή περί του αποτελέσματος του δυνατού μιας εκτιμήσεως. Έν τμήμα μεγάλο της περιουσίας της ελληνικής εν Τουρκία συνίστατο, κύριοι, εις ακίνητον ιδιοκτησίαν αστικήν εις την Σμύρνην και εις τας ελληνικάς πόλεις του βιλαετίου της Σμύρνης, αι οποίαι είχαν συμπαγή ελληνικόν πληθυσμόν. Άλλον σπουδαίον τμήμα της περιουσίας του ελληνισμού εν Τουρκία ήσαν τα καταστήματα τα εμπορικά της Σμύρνης. Άλλο σπουδαίον τμήμα της περιουσίας του ελληνισμού ήτο ο κινητός αυτού πλούτος. Ας εξετάσωμεν, λοιπόν, έν έκαστον των στοιχείων αυτών, από τα οποία απετελείτο η περιουσία ή ο πλούτος του ελληνισμού εν Τουρκία. Τα αστικά ακίνητα της Σμύρνης και της Φιλαδελφείας, της Μενεμένης, όλων των ελληνικών πόλεων, αι οποίαι υπήρξαν θέατρον πολεμικών επιχειρήσεων, και τοιούτον θέατρον υπήρξαν όλα τα μέρη, από τα οποία διήλθεν ο στρατός, όλαι αυταί αι ακίνηται περιουσίαι ενεπρήσθησαν. Παραδόξως δε, κύριοι, επί τόσα έτη δεν είχεν αναγνωσθή η σύμβασις της ανταλλαγής, ούτε η σχετική συνθήκη της Λωζάννης, οπότε ήθελεν εξακριβωθή ότι δια τα εμπρησθέντα κτήματα μετά των εν αυτοίς εμπορευμάτων εν Σμύρνη και δι’ όλα τα άλλα τα εμπρησθέντα ή καταστραφέντα κτήματα εις την ζώνην των επιχειρήσεων, δεν ωφείλετο εκ της συμβάσεως της ανταλλαγής ουδεμία αποζημίωσις εκ μέρους του τουρκικού κράτους. Μόνο εάν η Τουρκία είχε τελικώς ηττηθή εις τον πόλεμον μεταξύ ημών και αυτής, μόνον τότε ήτο δυνατόν να φαντασθώμεν, ότι θα επεβάλλομεν εις την Τουρκίαν την υποχρέωσιν να αποζημιώση τας ζημίας, αι οποίαι υπήρξαν αποτέλεσμα του πολέμου.
Αλλ’ η Τουρκία, γνωρίζετε κύριοι, ότι δεν ηττήθη. Δυστυχώς μας ενίκησε, μολονότι από του βήματος τούτου ήκουσα αμφισβητούμενον και το γεγονός τούτο.
...
Επομένως, όσον αφορά τα ακίνητα, διότι περί των κινητών θα κάμω μετ’ ολίγον λόγον, τα εμπρησθέντα εις Σμύρνην και τας άλλας πόλεις του εσωτερικού, δια των οποίων διήλθεν ο Στρατός, τα ακίνητα εκείνα, δια τα οποία οι ατυχείς ιδιοκτήται των επίστευον ό,τι τους έλεγον, ότι δηλαδή η Συνθήκη της Λωζάννης προβλέπει περί πλήρους αποζημιώσεως, όσον αφορά λοιπόν τα ακίνητα αυτά δεν υποχρεούτο η Τουρκική Κυβέρνησις να δώση αποζημιώσεις, παρά μόνον κατά την έκτασιν της αξίας των οικοπέδων.
Διότι μόνον τα οικόπεδα απέμενον μετά την καταστροφή των επ’ αυτών οικοδομών και όλοι σας είσθε εις θέσιν να γνωρίζετε πόσον μέγαν ποσόν εις την αξίαν των περιουσιών των ανταλλαξίμων αντιπροσώπευεν η πρώην Ελληνική Σμύρνη. Αλλά δεν είναι μόνον αυτό το οποίον εμείωσε την αξίαν της μεγάλης περιουσίας της εγκαταληφθείσης από τον εν Τουρκία Ελληνισμόν. Θα φέρω ως παράδειγμα την πόλιν των Κυδωνιών. Αύτη είχε πληθυσμόν 32 χιλιάδων περίπου κατοίκων. Υποθέτω ότι θα είχε περίπου 6 χιλιάδας σπίτια, ήτο δε και ακμάζουσα πόλις. Τί θέλετε να βάλωμεν εκεί; Να είπωμεν ότι εκάστη οικία άξιζε καμμιά εκατοσταριά λίρες; Τέσσαρα εκατομμύρια έπρεπε να περιληφθούν εις το ενεργητικόν δια την αξίαν των οικιών των Κυδωνιών. Και ενόμιζεν ο κόσμος ότι με 4 εκατομμύρια λίρες θα επιστωνόμεθα δια την αξίαν των ακινήτων αυτών. Και όμως ηξεύρετε, κύριοι, ότι αν βάλετε εις την τσέπην όχι 4 εκατομμύρια λίρες, αλλά 4 χιλιάδες λίρες και πάτε εις τας Κυδωνίας, θα ημπορέσετε να τας εξαγοράσετε, διότι αι Κυδωνίαι σήμερον είναι έρημος πόλις κατοικουμένη μόνον από το 1/10 του άλλοτε πληθυσμού των. Ενθυμηθήτε την σημερινήν αξίαν των οικιών εις την Ύδραν δια να αντιληφθήτε τι σημαίνει αυτό.»

[Απόσπασμα ομιλίας του Ελευθέριου Βενιζέλου στη Βουλή (25 Ιουνίου 1930), σχετικά με την ελληνοτουρκική συμφωνία.]  

Απάντηση:

Εισαγωγή – ένταξη στο ιστορικό πλαίσιο:

Μετά την υπογραφή της Σύμβασης ανταλλαγής πληθυσμών και της Συνθήκης ειρήνης της Λοζάνης, οι σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία δοκιμάζονταν κατά διαστήματα από εντάσεις, καθώς ζητήματα όπως ήταν η αποζημίωση των ανταλλαξίμων, αλλά και η ερμηνεία του όρου «εγκατεστημένοι» (etablis) σχετικά με τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης που εξαιρούνταν από την ανταλλαγή, δημιουργούσαν έντονες προστριβές. Έτσι, οι πολιτικοί που διαδέχτηκαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο, υπέγραψαν, ύστερα από διαπραγματεύσεις,  τον Ιούνιο του 1925 τη Σύμβαση της Άγκυρας και το Δεκέμβριο του 1926 τη Συμφωνία των Αθηνών. Αυτές ρύθμιζαν τα επίμαχα θέματα, όμως δεν εφαρμόστηκαν ποτέ.

Τα στοιχεία που δίνονται από το βιβλίο:

Τον Αύγουστο του 1928 το κόμμα των Φιλελευθέρων κέρδισε τις εκλογές φέρνοντας τον Ελευθέριο Βενιζέλο ξανά στην πρωθυπουργία και σχεδόν αμέσως η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε διαπραγματεύσεις που κράτησαν δύο χρόνια. Ο Ελ. Βενιζέλος επιθυμούσε τη διευθέτηση των οικονομικών διαφορών και την αναγνώριση του εδαφικού καθεστώτος μεταξύ των δύο χωρών. Όμως, σε κάθε προσπάθεια προσέγγισης με την Τουρκία, εμπόδιο στεκόταν η έντονα αρνητική στάση των προσφύγων.

Στις 10 Ιουνίου 1930 υπογράφηκε η Συμφωνία της Άγκυρας που αποτελούσε το οικονομικό σύμφωνο μεταξύ των δύο χωρών. Τα κυριότερα σημεία του ήταν:

- Ρύθμισε το ζήτημα των Ελλήνων ορθοδόξων της Κωνσταντινούπολης και των μουσουλμάνων της Θράκης, καθώς και των «φυγάδων».
- Όριζε ότι οι ανταλλάξιμες μουσουλμανικές περιουσίες στην Ελλάδα και οι ελληνικές στην Τουρκία περιέρχονταν στην κυριότητα του Ελληνικού και Τουρκικού Δημοσίου, αντίστοιχα.
- Προέβλεπε αμοιβαία απόσβεση των οικονομικών υποχρεώσεων μεταξύ των δύο χωρών.

Η συμφωνία ολοκληρώθηκε στις 30 Οκτωβρίου του ίδιου έτους με το Σύμφωνο φιλίας, ουδετερότητας και διαιτησίας, το Πρωτόκολλο για τον περιορισμό των ναυτικών εξοπλισμών και τη Σύμβαση εμπορίου, εγκατάστασης και ναυτιλίας. Με την τελευταία αυτή σύμβαση δόθηκε η δυνατότητα στους υπηκόους του καθενός από τα δύο κράτη να ταξιδεύουν ή να εγκαθίστανται (με κάποιους περιορισμούς) στο έδαφος του άλλου κράτους.
Οι μεταγενέστερες εξελίξεις έδειξαν ότι οι προσδοκίες από τη λύση που δόθηκε σε κάποια ζητήματα με τις ελληνοτουρκικές συμφωνίες του 1930 διαψεύστηκαν. Βέβαια, για ένα μεγάλο διάστημα δεν σημειώθηκαν τριβές μεταξύ των δύο κρατών και δεν αμφισβητήθηκαν τα μεταξύ τους σύνορα. Αυτό ήταν και η βασική επιδίωξη του Έλληνα πρωθυπουργού. Ο συμψηφισμός όμως των ανταλλάξιμων, ελληνικών και μουσουλμανικών περιουσιών, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων ανάμεσα στους πρόσφυγες. Με τη συμφωνία αυτή η κατά πολύ μεγαλύτερη περιουσία των ανταλλάξιμων Ελλήνων ορθοδόξων της Τουρκίας εξισώθηκε με την αντίστοιχη περιουσία των μουσουλμάνων της Ελλάδας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την παρακράτηση του 25% της προκαταβολής της αποζημίωσης από την Εθνική Τράπεζα και της άρνησης διακανονισμού των προσφυγικών χρεών, απομάκρυνε τμήμα του προσφυγικού κόσμου από την εκλογική βάση του κόμματος των Φιλελευθέρων και συνέβαλε στην ήττα του στις εκλογές του 1932 και του 1933.

Παράθεση πληροφοριών από την πηγή και συσχέτισή τους με τα στοιχεία του βιβλίου:

Σε ό,τι αφορά το κρίσιμο ζήτημα του συμψηφισμού των περιουσιών των ανταλλαξίμων, που εφαρμόστηκε με τη Συμφωνία της Άγκυρας και εύλογα προκάλεσε την αντίδραση των προσφύγων, έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον τρόπο με τον οποίο επιχείρησε ο Ελευθέριος Βενιζέλος να αιτιολογήσει τη σχετική του απόφαση. Σύμφωνα, λοιπόν, με την ομιλία του τότε Πρωθυπουργού, αν και ήταν προφανές πως η περιουσία των Ελλήνων ανταλλαξίμων ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη των Τούρκων, δεν μπορούσε κάτι τέτοιο να προκύψει από κάποια επίσημη εκτίμηση, διότι η πραγματική αξία των Ελληνικών περιουσιών είχε μειωθεί δραστικά λόγω των πολεμικών επιχειρήσεων που έλαβαν χώρα στις εκεί περιοχές.
Ειδικότερα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος επισημαίνει πως τα ακίνητα των Ελλήνων (σπίτια και εμπορικά καταστήματα) κάηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, και πως σύμφωνα με τη συνθήκη της Λοζάνης οι Τούρκοι δεν είχαν καμία υποχρέωση να καταβάλουν αποζημίωση για τα ακίνητα εκείνα που είχαν καεί ή με άλλο τρόπο καταστραφεί ως συνέπεια του πολέμου. Ας μην ξεχνάμε πως ο πόλεμος αυτός ήταν μια επεκτατική απόπειρα των Ελλήνων, ένας επιθετικός πόλεμος, στον οποίο ηττήθηκαν, και άρα κάθε συνθήκη που υπέγραψαν την υπέγραψαν ως ηττημένοι, χωρίς περιθώρια πολλών αξιώσεων. Αν, όπως σχολιάζει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, οι Έλληνες είχαν κερδίσει τον πόλεμο, τότε ίσως θα μπορούσαν ως νικητές να αναγκάσουν τους Τούρκους σε αποζημιώσεις για τις καταστροφές των ελληνικών περιουσιών.
Επομένως, οι Έλληνες της Μικράς Ασίας αδίκως προσδοκούσαν πλήρη αποζημίωση για τα κατεστραμμένα ακίνητά τους, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλεπόταν από τη Συνθήκη της Λοζάνης. Εκείνο που θα μπορούσαν να περιμένουν ήταν αποζημίωση μόνο για την αξία του οικοπέδου, για ό,τι δηλαδή είχε απομείνει μετά την καταστροφή. Ωστόσο και πάλι υπήρξε μια ουσιαστική παρανόηση απ’ τη μεριά των Ελλήνων, καθώς η αξία των οικοπέδων δεν ήταν πια εκείνη που είχαν πριν από τον πόλεμο. Οι κάποτε ακμάζουσες πόλεις είχαν καταστραφεί και ερημωθεί, γεγονός που έριχνε κατακόρυφα την αξία των εκεί οικοπέδων.
Παρακολουθώντας την επιχειρηματολογία του Ελευθέριου Βενιζέλου διαπιστώνουμε την προσπάθειά του να διασκεδάσει τις αρνητικές εντυπώσεις που δημιούργησε η απόφαση του συμψηφισμού καταφανώς άνισων περιουσιών, με την επισήμανση των παραγόντων εκείνων που μείωναν την αξία της ελληνικής περιουσίας.
Αν και ήταν εύλογη η αντίδραση των προσφύγων σε μια τέτοια απόφαση, δεν θα πρέπει ωστόσο να μας διαφεύγει πως ο τότε Πρωθυπουργός απέβλεπε σε στόχους εθνικά επωφελέστερους απ’ τις τυχόν αποζημιώσεις.  

Συμπέρασμα:

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος βλέποντας πως όλες οι προηγούμενες συνθήκες με τους Τούρκους παρέμεναν αδρανείς και ανεφάρμοστες, αφήνοντας περιθώρια συνεχών προστριβών με τη γείτονα χώρα, θεώρησε αναγκαίο να προχωρήσει σε γενναίες υποχωρήσεις προκειμένου να επιτύχει την προσδοκώμενη συμφιλίωση με την Τουρκία, και τη συνεπαγόμενη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας. Έτσι, παρά τη δυσαρέσκεια που θα προκαλούσε στους πρόσφυγες, δέχτηκε να συμψηφίσει τις περιουσίες τους μ’ εκείνες των Τούρκων ανταλλαξίμων, έστω κι αν γνώριζε πόσο μεγάλη ήταν η μεταξύ τους απόκλιση. Προκειμένου, μάλιστα, να λάβει τη σχετική έγκριση από τη Βουλή φρόντισε να υποστηρίξει πως η αξία των ελληνικών περιουσιών είχε μειωθεί δραστικά λόγω των πολεμικών γεγονότων, μη διστάζοντας να υπενθυμίσει πως ήταν αναμενόμενο οι Έλληνες να πληρώσουν το τίμημα αυτού του πολέμου, αφού ηττήθηκαν.    

Αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από το κείμενο που σας δίνεται παρακάτω, να αναφερθείτε στους πρώτους διωγμούς που υπέστησαν οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης και ιδίως της Δυτικής Μικράς Ασίας.

«Ανταποκριτής των “Καιρών” του Λονδίνου, παρακολουθήσας εκ του σύνεγγυς τα συμβάντα, επιστέλλει τα επόμενα, σχετικά προς το πρόγραμμα των Νεοτούρκων, τεθέν εν ισχύϊ κατά τον τελευταίον καιρόν προς καταστροφήν των ελληνικών πληθυσμών:
«Η εις την κωμόπολιν, λέγει προς τοις άλλοις, Κάτω Παναγιά, 4 μίλια βορείως του Τσεσμέ, εγκατάστασις του επήλυδος μουσουλμανικού στοιχείου υπήρξεν υποδειγματική του συστήματος, το οποίον εννοεί να εφαρμόση εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού η παραπαίουσα νεοτουρκική πολιτική.
Μόλις απεβιβάσθησαν οι Μουσουλμάνοι πρόσφυγες εις την ξηράν, προσεκλήθη αμέσως ο πρόκριτος της κωμοπόλεως, ο οποίος και διετάχθη αποτόμως να ετοιμάση καταλύματα δια τους νεοελθόντας. Πανικός επηκολούθησεν αμέσως μεταξύ των κατοίκων, οι οποίοι εντός δύο ημερών εγκατέλειψαν όλοι –περί τας τέσσαρας χιλιάδας ψυχών- τας εστίας των, διαπεραιωθέντες εις Χίον.
Χαρακτηριστικόν είναι, ότι ουδεμία βιαιοπραγία εγένετο εκ μέρους των Μουσουλμάνων προσφύγων. Απλώς μόνον εισήλθον εις την κωμόπολιν, έλαβον κατοχήν των οικιών και εγκατεστάθησαν, καταγοητευμένοι αναμφιβόλως εκ της ευρυχωρίας και της κομψότητος των νέων καταλυμάτων.
Περιττόν να σημειωθή -εξακολουθεί ο Άγγλος ανταποκριτής- ότι η παρούσα κατάστασις των απορωτέρων τάξεων των Ελλήνων ραγιάδων, των κατοικούντων εις τα διαμερίσματα ταύτα, είναι άκρως θλιβερά. Μέχρι τούδε ήγον ήσυχον βίον, καλλιεργούντες τους μικρούς των αμπελώνας, ή μετερχόμενοι το αλιευτικόν επάγγελμα. Αι πλείσται των γυναικών μεταβαίνουσιν ήδη εις Σμύρνην και εισέρχονται ως υπηρέτριαι εις τας οικίας των πλουσιωτέρων αυτόθι ευρωπαϊκών οικογενειών.»
Το τέλος της ανταποκρίσεως έχει ως εξής:
«Η εγκατάστασις αύτη Μουσουλμάνων προσφύγων εκ Μακεδονίας εις τα ελληνικά χωρία, τα κείμενα επί της ασιατικής ακτής, και κυρίως εις εκείνα, άτινα ευρίσκονται απέναντι της Χίου και της Μυτιλήνης, φαίνεται ότι αποτελεί την πρακτικήν εφαρμογήν γενικού πολιτικού προγράμματος, το οποίον τελευταίως παρεδέχθη η τουρκική Κυβέρνησις.
Πάσαι αι μέχρι τούδε ενδείξεις τείνουν ν’ αποδείξουν, ότι σκοπός των Νεοτούρκων είναι να παρενθέσουν φραγμόν μεταξύ των Νήσων και των ασιατικών μεσογείων υπό μορφής συμπαγούς μουσουλμανικού πληθυσμού καθ’ όλην την έκτασιν της παραλιακής γραμμής. Το τοιούτον, κατά την γνώμην επιφανών Τούρκων, θα συντελέση εις το να καταπαύση, ή τουλάχιστον να ελαττωθή σημαντικώς η πανελλήνιος προπαγάνδα (;), η οποία επί έτη διεξήγετο εις τα μέρη ταύτα, λαβούσα επ’ εσχάτων καταπληκτικήν επίτασιν συνεπεία της γειτνιάσεως των ήδη ελληνοκρατούμενων νήσων Χίου και Μυτιλήνης.
Οι προπαγανδισταί εύρον πάντοτε μεταξύ του πληθυσμού των Ελλήνων ραγιάδων της παραλίας γόνιμον έδαφος δια τας ενεργείας των. Ήδη πρόκειται ν’ «αποστειρωθή» το έδαφος τούτο και να καταστή δύσκολος, αν μη αδύνατος, η εις το εσωτερικόν διείσδυσις.»  

[Οι διωγμοί των Ελλήνων εν Θράκη και Μικρασία, αυθεντικαί εκθέσεις και επίσημα κείμενα. Υπό των επιτρόπων των εν Μυτιλήνη Μικρασιατών προσφύγων (1915)]

Απάντηση:
Εισαγωγή – ένταξη στο ιστορικό πλαίσιο:

Η ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία υπήρξε μακραίωνη. Οι πυκνοί κατά την αρχαιότητα και τους βυζαντινούς χρόνους ελληνικοί πληθυσμοί αραίωσαν αισθητά μετά το 12ο αιώνα, κυρίως λόγω των μαζικών εξισλαμισμών. Όμως, κατά το 18ο και 19ο αιώνα ενισχύθηκαν και πάλι με μεταναστεύσεις από τον κυρίως ελλαδικό χώρο. Την περίοδο αυτή, εκτός από την αύξηση του ελληνικού πληθυσμού, σημειώθηκε οικονομική άνοδος των Ελλήνων, πνευματική άνθηση και αξιόλογη κοινοτική και εκπαιδευτική οργάνωση. Σε περιοχές με πυκνό ελληνικό πληθυσμό ιδρύθηκαν κοινότητες, σύλλογοι, σχολεία και ευαγή ιδρύματα με μεγάλη ακτινοβολία.
Η εθνική αφύπνιση των Τούρκων, που είχε ξεκινήσει από τα τέλη του 19ου αιώνα, ενισχύθηκε μετά την εδαφική συρρίκνωση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο τουρκικός εθνικισμός συνέβαλε στην εχθρική αντιμετώπιση των μειονοτήτων που ζούσαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Στο στόχαστρο βρέθηκαν κυρίως οι Έλληνες και οι Αρμένιοι, καθώς είχαν συγκεντρώσει στα χέρια τους το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου και της βιομηχανίας της χώρας. Η εκκρεμότητα επίσης στο ζήτημα της κατακύρωσης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου στην Ελλάδα επιδείνωσε τις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας.

Τα στοιχεία που δίνονται από το βιβλίο:

Τους πρώτους μήνες του 1914 έγιναν αθρόες μεταναστεύσεις Μουσουλμάνων της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας προς τη Μικρά Ασία, οι οποίες υποκινήθηκαν σε γενικές γραμμές από την τουρκική κυβέρνηση. Αυτό έδωσε το πρόσχημα στην τουρκική κυβέρνηση, σε συνδυασμό με την επικείμενη είσοδο της Τουρκίας στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, να εκδιώξει τους Έλληνες. Πρώτα θύματα υπήρξαν οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους στις αρχές του 1914. Το Μάιο οι διωγμοί επεκτάθηκαν και στη Δυτική Μικρά Ασία, με το πρόσχημα της εκκένωσης της περιοχής απέναντι από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, για στρατιωτικούς λόγους. Όλη η επιχείρηση έγινε με την καθοδήγηση των Γερμανών, συμμάχων των Τούρκων. Η εκκένωση μεθοδεύτηκε πρώτα με ανθελληνική εκστρατεία του τουρκικού τύπου και καταπίεση των Ελλήνων για να εξαναγκαστούν σε «εκούσια» μετανάστευση. Σε πολλές περιπτώσεις διαπράχθηκαν λεηλασίες και δολοφονίες σε βάρος των Ελλήνων.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο κήρυξε την Ορθόδοξη Εκκλησία σε διωγμό και ανέστειλε τη λειτουργία των εκκλησιών και των σχολείων. Η Ελλάδα αντέδρασε και ανέλαβε διπλωματικές ενέργειες, προκειμένου να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για εθελούσια ανταλλαγή Ελλήνων ορθοδόξων της Τουρκίας και Μουσουλμάνων της Ελλάδας. Ιδρύθηκε τον Ιούνιο μία Μικτή Επιτροπή που θα ρύθμιζε τα σχετικά με την ανταλλαγή, όμως αυτή δεν λειτούργησε, λόγω της εισόδου της Τουρκίας στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, τον Οκτώβριο του 1914.
Οι καταπιέσεις που υπέστησαν οι Έλληνες πήραν τις εξής μορφές:
·        Θεσπίστηκαν έκτακτες επιβαρύνσεις και επιτάξεις ειδών για τις ανάγκες του πολέμου.
·        Τέθηκαν εμπόδια στις εμπορικές δραστηριότητές τους.
·        Πληθυσμοί χωριών ή και ευρύτερων περιοχών μετατοπίστηκαν από τις ακτές προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας.
·        Οι άνδρες άνω των 45 ετών, που δεν στρατεύονταν, επάνδρωσαν τα τάγματα εργασίας.
Εκεί πολλοί πέθαναν από κακουχίες, πείνα και αρρώστιες. Όσοι είχαν ηλικία 20-45 ετών μπορούσαν αρχικά να εξαγοράσουν τη στρατιωτική τους θητεία. Όσοι δεν πλήρωσαν χαρακτηρίστηκαν λιποτάκτες. Μετά την κατάργηση της δυνατότητας εξαγοράς της θητείας σημειώθηκαν χιλιάδες λιποταξίες και όσοι συνελήφθησαν, εκτελέστηκαν.
Οι ενέργειες των Τούρκων προκάλεσαν μεγάλο κύμα φυγής προς την Ελλάδα. Στα σπίτια που εγκατέλειψαν οι Έλληνες, οι τουρκικές αρχές εγκατέστησαν Μουσουλμάνους μετανάστες από τη Σερβία, τη Βουλγαρία, την Αλβανία και την Ελλάδα.

Παράθεση πληροφοριών από την πηγή και συσχέτιση με τα στοιχεία του βιβλίου:

Σύμφωνα με τον ανταποκριτή της αγγλικής εφημερίδας «The Times», η συντονισμένη προσπάθεια μεταφοράς μουσουλμανικών πληθυσμών από τη Μακεδονία στα παράλια μέρη της Μικράς Ασίας, και ιδίως σε αυτά που βρίσκονταν απέναντι από τη Χίο και τη Μυτιλήνη, αποσκοπούσε στο να ενισχύσει το μουσουλμανικό στοιχείο των εκεί περιοχών, και να θέσει έτσι ένα σημαντικό φραγμό μεταξύ των Ελλήνων που βρίσκονταν στα νησιά κι εκείνων που βρίσκονταν στα παράλια της Μικράς Ασίας. Οι Τούρκοι θεωρούσαν πως οι Έλληνες, και ιδίως εκείνοι των νησιών, ασκούσαν προπαγανδιστική επιρροή στους απέναντι ελληνικούς πληθυσμούς, μεταφέροντας προφανώς την ιδέα μιας πιθανής απελευθέρωσής τους απ’ την τουρκική κυριαρχία. Όπως γνωρίζουμε, μάλιστα, η δράση αυτή καλύφθηκε με το πρόσχημα πως η εκκένωση των περιοχών γινόταν για στρατιωτικούς λόγους, μιας και η χώρα επρόκειτο να συμμετάσχει σε πολεμικές επιχειρήσεις.
Το σχέδιο, λοιπόν, των Νεότουρκων, όπως το παρουσιάζει ο Άγγλος δημοσιογράφος, ήταν να δημιουργήσουν ένα προπέτασμα συμπαγούς μουσουλμανικού πληθυσμού στα παράλια, επιδιώκοντας την τουρκοποίηση των εκεί οθωμανικών εδαφών και την παρεμπόδιση της αλληλεπίδρασης των γειτνιαζόντων ελληνικών πληθυσμών. Προκειμένου, μάλιστα, να επιτύχουν οι Τούρκοι το στόχο τους προσπάθησαν να εκδιώξουν τους ελληνικούς πληθυσμούς, όχι κατ’ ανάγκη με βίαιο τρόπο, ίσως για ν’ αποφύγουν πιθανές κατηγορίες άλλων κρατών σχετικά με τη δράση τους. Έτσι, όπως προκύπτει κι από τη μαρτυρία του Άγγλου ανταποκριτή, σε ορισμένες περιπτώσεις η παρουσία και μόνο των Μουσουλμάνων προσφύγων ήταν αρκετή για να οδηγήσει τους ελληνικούς πληθυσμούς σε ταχύτατη απομάκρυνση απ’ τις εστίες τους, χωρίς να υπάρξει απ’ τη μεριά των Μουσουλμάνων καμία πράξη βίας.
Διαπιστώνουμε, επομένως, ότι ο Άγγλος ανταποκριτής εστιάζει περισσότερο στην προσπάθεια των Τούρκων να παρεμποδίσουν την εξάπλωση της ελληνικής «προπαγάνδας»∙ του μηνύματος δηλαδή της αποδέσμευσης από τον τουρκικό έλεγχο. Ενώ παραγνωρίζει τους οικονομικούς λόγους, όπως και την έξαρση του τουρκικού εθνικισμού. Επειδή, μάλιστα, η δική του μαρτυρία αφορά μια περιοχή ελάχιστα ανεπτυγμένη, αναφέρεται σε οικονομικά ασθενείς ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι σαφώς δεν αποτελούσαν επίφοβο οικονομικό αντίπαλο για τους Τούρκους.
Συνάμα, στη δική του μαρτυρία παρουσιάζεται μια εντελώς αναίμακτη εκδίωξη Ελλήνων, όπου δεν ασκήθηκε καμία μορφή βίας, σε αντίθεση με άλλες μαρτυρίες όπου γίνεται λόγος για τη διάπραξη λεηλασιών και δολοφονιών.

Συμπέρασμα:

Οι Τούρκοι, υπό την καθοδήγηση των Γερμανών συμμάχων τους και εν όψει της συμμετοχής τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θέλησαν να ισχυροποιήσουν την παρουσία του μουσουλμανικού στοιχείου στα παράλια της Μικράς Ασίας, τόσο για να επανακτήσουν τον οικονομικό έλεγχο της περιοχής, όσο και για να αποδυναμώσουν την ελληνική παρουσία -και άρα πιθανές ταραχές- στο τουρκικό έδαφος.  Ήδη, οι Έλληνες είχαν υπό τον έλεγχό τους τα νησιά του Αιγαίου -έστω κι αν δεν τα είχαν προσαρτήσει επίσημα-, και η ιδέα της αποτίναξης του τουρκικού ελέγχου ίσως περνούσε και στους Έλληνες της Μικράς Ασίας. Η «πανελλήνια προπαγάνδα» θα μπορούσε εν δυνάμει να προκαλέσει ανεπιθύμητες αναστατώσεις στην Τουρκία, η οποία πολύ πρόσφατα (Βαλκανικοί Πόλεμοι) είχε χάσει σημαντικά ευρωπαϊκά εδάφη. Έτσι, προκειμένου να διασφαλίσει την απρόσκοπτη συμμετοχή της στον νέο πόλεμο, και θέλοντας συνάμα να δώσει μιαν απάντηση στην ελληνική νίκη των προηγηθέντων πολέμων, προχώρησε σε συστηματικές διώξεις του ελληνικού στοιχείου από τα εδάφη της. 


ΤΡΙΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Θέμα:  Αφού λάβετε υπόψη σας τις ιστορικές σας γνώσεις και τις πληροφορίες του ιστορικού παραθέματος που ακολουθεί, να παρουσιάσετε τα προβλήματα που σχετίζονταν με το ζήτημα της μεγάλης γαιοκτησίας στην Ελλάδα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αι.
Το καθεστώς των τσιφλικιών, ιδιαίτερα στις σιτοπαραγωγικές περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, είχε αποδειχθεί πολλαπλά ασύμφορο και το γεγονός αυτό ήταν εμφανές πολύ πριν από τη μεταρρυθμιστική νομοθεσία του Βενιζέλου. Η ως τότε διατήρησή του δεν είχε σχέση με την οικονομική του λειτουργικότητα, αλλά με την πολιτική ισχύ των μεγάλων γαιοκτημόνων. Οι υψηλοί προστατευτικοί δασμοί εξασφάλιζαν σ’ αυτούς ακριβώς τους γαιοκτήμονες- σιτοπαραγωγούς, σε εκείνους δηλαδή που είχαν σημαντικά εμπορεύσιμα πλεονάσματα, καθεστώς μονοπωλιακών περίπου προνομίων, με αποτέλεσμα τη σταθερή αύξηση της τιμής των προϊόντων τους, τη μειωμένη παραγωγικότητα της γης τους... και τον τεχνητό πολλές φορές περιορισμό του συνόλου της σιτικής παραγωγής. Η Ελλάδα αναγκαζόταν έτσι να δαπανά σημαντικά ποσά συναλλάγματος για τις εισαγωγές ξένων σιτηρών, που αντιπροσώπευαν πριν από τον πόλεμο ποσοστό μεγαλύτερο του 40% επί της συνολικής αξίας του ελληνικού εισαγωγικού εμπορίου. Αποτέλεσμα της πολιτικής τους επιρροής εξάλλου ήταν και η εξαιρετικά χαμηλή συμμετοχή τους στα φορολογικά έσοδα του κράτους. Η αγροτική μεταρρύθμιση του 1917 συνεπώς ήταν αναγκαία, όχι μόνο για λόγους που είχαν σχέση με το ισοζύγιο του εξωτερικού εμπορίου, αλλά και σύμφωνη με τη γενικότερη λογική του αναπτυσσόμενου καπιταλιστικού τρόπου οργανώσεως της παραγωγής...
 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ σελ. 296, Εκδοτική Αθηνών.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Το ζήτημα της μεγάλης γαιοκτησίας στην Ελλάδα αποτέλεσε αιτία πολλαπλών προβλημάτων και πηγή εντάσεων από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τις αρχές του 20ου. Στον ελληνικό χώρο, το πρόβλημα της έγγειας ιδιοκτησίας δεν γνώρισε τις εντάσεις που παρατηρήθηκαν σε άλλα ευρωπαϊκά ή βαλκανικά κράτη. Η προοδευτική διανομή των εθνικών γαιών που προέκυψαν από τον επαναστατικό αγώνα του 1821-1828 δημιούργησε πλήθος αγροτών με μικρές ή μεσαίες ιδιοκτησίες. Σα λίγα εναπομείναντα «τσιφλίκια» στην Αττική και την Εύβοια δεν προκαλούσαν ιδιαίτερο πρόβλημα. Αργότερα όμως, η διεύρυνση του ελληνικού κράτους με τα Επτάνησα (1864), την Άρτα και τη Θεσσαλία (1881) έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της μεγάλης ιδιοκτησίας. Σα «τσιφλίκια» της Θεσσαλίας αγοράστηκαν από πλούσιους Έλληνες του εξωτερικού οι οποίοι, πέρα από το γεγονός ότι διατήρησαν τον αναχρονιστικό θεσμό των κολίγων, άσκησαν πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις για να κερδοσκοπήσουν από την παραγωγή του σιταριού. Επιδίωξαν δηλαδή την επιβολή υψηλών δασμών στο εισαγόμενο από τη Ρωσία σιτάρι, ώστε να μπορούν να καθορίζουν όσο το δυνατόν υψηλότερες τιμές για το εγχώριο, προκαλώντας μάλιστα μερικές φορές και τεχνητές ελλείψεις. Ανάλογες είναι και οι πληροφορίες που καταγράφονται στο απόσπασμα από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τονίζεται η μεγάλη πολιτική επιρροή των μεγαλογαιοκτημόνων, στην οποία οφείλεται κατά κύριο λόγο η διατήρηση του «πολλαπλά ασύμφορου» καθεστώτος των τσιφλικιών ως τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αι. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, οι τσιφλικάδες απολάμβαναν, χάρη στους προστατευτικούς δασμούς που επέβαλαν, «καθεστώς μονοπωλιακών περίπου προνομίων» στην παραγωγή και το εμπόριο του σιταριού. Έτσι, σύμφωνα με την πηγή, είχαν τη δυνατότητα να αυξάνουν σταθερά τις τιμές των προϊόντων τους, μειώνοντας τη συνολική παραγωγή τους. Επιπρόσθετα, ο συντάκτης της πηγής αναφέρεται στις επιπτώσεις της κερδοσκοπικής πρακτικής των μεγαλογαιοκτημόνων στην ελληνική οικονομία. Συγκεκριμένα, εξαιτίας της εσκεμμένης μείωσης της εγχώριας παραγωγής, η εισαγωγή σιτηρών ξεπερνούσε το 40% του συνόλου των ελληνικών εισαγωγών, με αποτέλεσμα η χώρα να έχει μεγάλες απώλειες σε συνάλλαγμα. Σημειώνεται επίσης ότι οι μεγαλογαιοκτήμονες πλήρωναν ελάχιστους φόρους και επομένως η συνεισφορά τους στα κρατικά έσοδα ήταν ασήμαντη. Οι πρακτικές αυτές δημιούργησαν εντάσεις και οδήγησαν στην ψήφιση νόμων το 1907, οι οποίοι επέτρεπαν στην εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση να απαλλοτριώνει μεγάλες ιδιοκτησίες, ώστε να μπορεί να τις διανέμει σε ακτήμονες. Η εφαρμογή τους αποδείχθηκε δύσκολη υπόθεση και οι τριβές που προκλήθηκαν προκάλεσαν συγκρούσεις, η πιο σημαντική από τις οποίες έγινε στο χωριό Κιλελέρ (1910). Οι εξελίξεις προχώρησαν αργά μέχρι το τέλος των Βαλκανικών πολέμων (1913), οπότε το ζήτημα έγινε πιο περίπλοκο, καθώς μέσα στα νέα όρια της χώρας υπήρχαν πλέον και μουσουλμάνοι ιδιοκτήτες μεγάλων εκτάσεων. Το 1917 η αγροτική μεταρρύθμιση του Βενιζέλου θα συμβάλει αποφασιστικά στην κατάργηση της μεγάλης ιδιοκτησίας στην Ελλάδα. Στο κείμενο της πηγής γίνεται εμφατικά λόγος για την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης, όχι μόνο για τη βελτίωση του ελληνικού εμπορικού ισοζυγίου, αλλά και επειδή ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του «αναπτυσσόμενου καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της παραγωγής».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου