Αναγνώστες

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ




Ο Γιώργος Κοτζιούλας (1909 - 1956) ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός, με σημαντική συνεισφορά στην Εθνική Αντίσταση.Ο Γιώργος Κοτζιούλας γεννήθηκε στην Πλατανούσσα (Ραψίστα) της Ηπείρου.
Ο πατέρας του ήταν ταχυδρομικός διανομέας. Τέλειωσε το Δημοτικό σχολείο στη γενέτειρά του, και στη συνέχεια με πολύ κόπο και στερήσεις το Σχολαρχείο στο Καλέντζι Ιωαννίνων και το Γυμνάσιο στην Άρτα. Οι εμπειρίες του από την προσπάθεια να μορφωθεί μέσα σε συνθήκες έσχατης φτώχειας περιγράφονται συγκινητικά στο αφήγημα «Από μικρός στα γράμματα».Το 1926 ήρθε στην Αθήνα, όπου γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και παράλληλα με τις σπουδές του εργαζόταν ως διορθωτής και μεταφραστής σε αθηναϊκά περιοδικά και εφημερίδες. Η σκληρή δουλειά, η ανέχεια και οι στερήσεις αδυνάτισαν τον οργανισμό του. Το 1934 προσβλήθηκε από φυματίωση, αρρώστια που τον ταλαιπώρησε στην υπόλοιπη ζωή του. Τελικά πήρε το πτυχίο του το 1938. Το 1941 επέστρεψε στη γενέτειρά του. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και οργάνωσε το καλλιτεχνικό τμήμα της VIII Μεραρχίας ΕΛΑΣ Ηπείρου, του οποίου ήταν διευθυντής από το 1943 ως το 1945. Το 1944 ίδρυσε θεατρικό θίασο, τη «Λαϊκή Σκηνή», με τον οποίο περιόδευε στις ελεύθερες περιοχές της Ηπείρου, δημιουργώντας ένα θαυμάσιο θέατρο στα βουνά. Το 1945 επέστρεψε στην Αθήνα. Το 1950 παντρεύτηκε την Ευμορφία Κηπουρού και απέκτησε ένα γιο, τον Κώστα, σήμερα Διευθυντή σε δημόσιο Γυμνάσιο της Αθήνας. Πέθανε στην Αθήνα από καρδιακή προσβολή. Ο Κοτζιούλας ως ποιητής συνεχίζει την παράδοση των νεοσυμβολιστών και των νεορομαντικών και διακρίνεται για την ευχέρεια στον μετρικό στίχο και τις εύστοχες ομοιοκαταληξίες του (Αλέξ. Αργυρίου). Απέφυγε τον νεοτερικό στίχο και μάλιστα στο κριτικό του έργο συγκρούστηκε με τις νεοτερικές τάσεις στην ποίηση. Τα πεζά του είναι κυρίως βιωματικά και παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Πολύ αξιόλογο είναι και το μεταφραστικό του έργο, απ’ όπου ξεχωρίζουμε τους «Αθλίους» του   με ενδιαφέρουσα εισαγωγή. Μετά το θάνατό του, η οικογένεια και οι φίλοι του συγκέντρωσαν το έργο του. Τα «Άπαντά» του κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Δίφρος» σε τρεις τόμους. Ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει τα ποιήματα της προπολεμικής περιόδου (1928-1942), ο τρίτος τόμος ποιήματα εμπνευσμένα από την Εθνική Αντίσταση (1943-1956) κι ο δεύτερος τόμος τα πεζά.
Δείγματα της ποίησης του Γιώργου Κοτζιούλα

"Ήπειρος"

Φτενά χωράφια κρατημένα σε πεζούλια
κι άπιαστες γίδες που κρεμιούνται σε γκρεμνούς,
ετούτ’ είν’ η πατρίδα μας· μα η πούλια
δε λάμπει πιο καθάρια σ’ άλλους ουρανούς.

Ξεσηκωμένος ο φτωχός απ’ το ζευγάρι
κι ο άλλος αφήνοντας αφύλαχτη κοπή,
τ’ ακονισμένο σίδερο έτρεξε να πάρει
λαός που, αδιάβαστος, δε σήκωνε ντροπή.

Βαρείτε την οχιά! –μας το ’μαθαν οι πάπποι
πως δεν τη θέλει ούτ’ ο Θεός την αδικιά.
Νωρίς μάς ξύπνησες, ασβέ, κλεφτοζουλάπι,
για τον καρπό που μόλις μπήκε στα σακιά.

Τι, θα μας πάρετε κι εσείς αυτά τα λίγα
που τα ’χουμε ποτίσει μ’ ίδρωτα πικρόν;
Έλα, μικρόσωμε, στυλώσου μπρος στο γίγα
για ν’ αλαλάξει κι η χορεία των νεκρών!

Τα πόδια πόχουνε τριφτεί στις κοφτερίδες
ξέρουν καλά τον τόπο, κάθε πιθαμή.
Θα ιδείς εσύ πώς γίνονται άξαφνα κιοτήδες
όσοι πατούν ανίερα τ’ άλλου το ψωμί.

Θα ιδείς εσύ τυραγνισμένες απ’ τη γέννα
νοικοκυρούλες λιγοκρέατες πώς μεμιάς
ολόιδιες λιόντισσες τινάζονται οργισμένα,
στο έμπασμα απόκοτος αν φτάσει τής μονιάς.

Φυλή τόσο άφοβη, ποτέ δεν θα πεθάνει.
Τα χέρια που έκαναν αθώα το σταυρό
θηλιές θα γίνουν να σας πνίξουν, νυχτοπλάνοι,
που βρήκατε κι εσείς γι’ αντρείες τον καιρό.

Μην τον πειράζετε τον ήσυχο που είν’ όλο
φροντίδα και δουλειά και προκοπή,
γιατ’ η απαλάμη η μαθημένη από το σβώλο,
με λόχη φονική θ’ αλλάξει το τσαπί.

Εκεί βυζαίνουν απ’ της μάνας τους τον κόρφο,
με γάλα ξένο δεν αξαίνουν τα παιδιά,
κι εκεί θα βρεις ακόμα απάρθενη μια Μόρφω
με καταπλούμιστη από κλάρες την ποδιά.

Στον τόπο μας δε μεγαλώνουν οκνοί δούλοι.
κανένας δεν ακούει τυράννου προσταγή:
το ξακουσμένο πέφτει εδώ, το μέγα Σούλι,
που’ ν’ αγιασμένη η κάθε πέτρα του στη γη.

"Το  μαστορόπουλο"

Τον πήραν τον Κολιό
τον πήραν οι  μαστόροι
παιδί από το σκολειό
να  μάθει πηλοφόρι.

Καρδιά πονετική
τον ξέβγαλε με κλάμα:
«Τετράδη Κυριακή,
θα καρτερώ για γράμμα».

Δε σώνει άλλο να ιδεί,
παιδεύεται το  μάτι:
κρατούσε ένα ραβδί,
το στρώμα του στην πλάτη.

Μας έφυγε ο Κολιός
κι είχε  μια τέτοια λύπη!
θα ’ναι όλοι δω τ' Άη-Λιος
και μόνο αυτός θα λείπει.

ΜΟΝΟΣ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Στα ξένα κακοπάθησα κι απόμεινα μισός.
Καλά μου τόειπαν, μοιάζω εγώ με το πουλί το γκιώνη.
Στα μέρη αυτά περπάτησα με κάμα και με χιόνι
κοιτώντας πώς, μες στις βρωμιές, διαβαίνει ο Ιλισσός.

Τ’ αστέρια λάμπουν ήσυχα, μας βλέπουν από κει
καθώς τα μάτια τα ήσυχα που στάζουν καλοσύνη.
Θέλει κανείς λιγάκι φως, αν πρέπει να υπομείνει.
-- Το νιώθουν τάχα πως για μας εδώ είναι φυλακή;

Μια μέρα ο ήλιος θ’ ανεβεί και θα ’μαστε βαθιά.
(Τη νύχτα θα σφυρίζουνε μακριά οι σιδηροδρόμοι
κι ο αέρας πράος θα περνάει απάνου από τη βρώμη).
Θα μας πετάξουνε καθώς σε μια ξερολιθιά.

Στο πέλαγο, αδερφούλη μου, το μαύρο θα πνιγείς.
Θ’ αστοχηθούνε οι καλοί κι όσοι άδικα έχουν πράξει·
ή πάς κοντά από ζαβολιές ή ακολουθάς την τάξη,
ποτέ δεν ξαναφαίνεται στο πρόσωπο της γης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου