Αναγνώστες

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑ

Στο μύθο της γυναίκας του πρωτομάστορα, το αθώο θύμα μπροστά στο άμεσο ενδεχόμενο του θανάτου της εξεγείρεται, όχι απέναντι στον άντρα της, αλλά στη μοίρα. Και έτσι πρέπει να είναι μια γυναίκα.

Η θυσία της είναι η αναπαραγωγή της γυναικείας υποταγής για το καλό του οικογενειακού, αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Το «χτίσιμο» της γυναίκας του πρωτομάστορα «χτίζει» και τα πρότυπα της «σωστής» γυναικείας συμπεριφοράς που πρέπει να κρατηθεί μέσα σε προκαθορισμένα όρια, από τους ανθρώπους ή και από τη μοίρα. Η ψυχή της γίνεται το καλό «στοιχειό» της οικοδομής. Σύμβολο αποτροπής και φύλακας-προστάτης. Αόρατη, αφέντρα του γεφυριού. Ο αδελφός, για μια γυναίκα που δεν έχει αποκτήσει ακόμα παιδιά, είναι το στοιχείο της συνέχειας της γενιάς, της συγγένειας του αίματος. Η συγκινησιακή  φόρτιση του ποιήματος με τα ανάμεικτα συναισθήματα της υποταγής αλλά και της ελπίδας της ανεξαρτησίας αλλά  και της αυτοπροσφοράς είχε ξεπεράσει τον ελλαδικό χώρο. Έτσι παραλλαγές του πέρασαν και σε άλλους βαλκανικούς λαούς ακόμη και στην ποντιακή διάλεκτο. Αξιοπρόσεκτα ακόμη λαογραφικά σημεία στο δημοτικό αυτό τραγούδι είναι η αξία  της βέρας, που εκτός από τα στέφανα του γάμου, δίπλα στα εικονίσματα, κανένα άλλο σύμβολο δεν θα μπορούσε να σημειώσει μεγαλύτερη επιρροή στη τότε εποχή. Επίσης το στοιχείο της πιστής συζυγικής αγάπης, αλλά και η σημασία του ξενιτεμένου και μονάκριβου αδελφού.



.




Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
"Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται."
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:
"Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα."
Τ' άκουσ' ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ' αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
"Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι."
Να τηνε κι εξανάφανεν από την άσπρην στράτα.
Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
"Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος;
"Το δαχτυλίδι το 'πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπει, και ποιος να βγει, το δαχτυλίδι νά 'βρει;"
"Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ' το φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά 'βρω."
Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε,
"Τράβα, καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα."
Ένας πιχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
"Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια 'χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες."
"Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πο 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει."
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
"Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου