Αναγνώστες

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

ΣΥΝΤΑΞΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ


  
 ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
άγαμαι =θαυμάζω
1) άγαμαι τίνα ή τι (αιτ) (σπν. άγαμαι τινι)
αγανακτέω (-ώ)
1) αγανακτώ τινι (δοτ)
2)αγανακτώ + εμπροθ. προσδ. (δοτ.)
αγαπάω (-ώ ) =αγαπώ, αρκούμαι
1) αγαπώ τι (αιτ.)
2) αγαπώ τινί (=αρκούμαι σε κάτι ) (δοτ.)
3) αγαπώ + απαρμφ. (αγαπώ έχειν τι = συνηθίζω να έχω κάτι )
αγγέλλω
1)αγγέλλω τι (αιτ.)
2) αγγέλλω τινί τι (αιτ. - δοτ. )
3) αγγέλλω τινά + κατηγρ. μτχ. (αγγέλλω τινά ποιούντα τι )
4) αγγέλλω τι + εμπρ. προσδ. (αγγέλλω τι προς τινα )
5) αγγέλλω + ειδική πρόταση
αγείρω = συναθροίζω
1) αγείρω τινά ή τι ( αιτ.)
αγνοέω (-ώ ) = δε γνωρίζω , απατώμαι
1) αγνοώ τινά ή τί ( αιτ.)
2) αγνοώ + ειδική πρόταση ( αγνοώ ότι ....)
3) αγνοώ + κατηγρ. μτχ.
αγορεύω
Συνήθως αμετάβατο
αγω = οδηγώ, φέρω
1)άγω τινα (αιτ)
αγωνίζομαι = κοπιάζω, πολεμώ
1) αγωνίζομαι τινί (δοτ )
2) αγωνίζομαι + εμπροθ. προσδιορισμό ( αγωνίζομαι περί τινός....)
3) αγωνίζομαι + συστοιχο αντικείμενο.
αδικέω(-ώ)
1) αδικώ τινά (αιτ.)
2) αδικώ + κατηγρ. μτχ. ( στη δικαστική γλώσσα)
3) άδικώ τινά τά μέγιστα ( 2 αιτ.) [σπν]
αθροίζω = συναθροίζω , συλλέγω
1) αθροίζω τινά (αιτ.)
αινέω (-ώ) = επαινώ
1) αινώ τινά (αιτ.)
αιρέω (-ώ) = λαμβάνω, συλλαμβάνω, κυριεύω
αιρούμαι = εκλέγομαι ( παθητικό)
1) αιρώ τινά (αιτ.)
μεσο 2) αιρούμαι τινά (αιτ.)
2) αιρούμαι + 2 αιτιατικές ( μία κατηγρ. στην άλλη).
αίρω = σηκώνω
1) αίρω τινά ή τι (αιτ.).
αισθάνομαι =
1) αισθάνομαι τι (αιτ.)
2) αισθάνομαι τινός (γεν.) άμεση αίσθηση
3) αισθάνομαι + ειδική πρόταση
4) αισθάνομαι + κατηγορ. μετοχή (στο υποκείμενο ή το αντικείμενο)
αιτέω (-ώ) = ζητώ να πάρω
1) αιτώ τινά ή τι (αιτ.)
2) αιτώ τινα τι (2 αιτ.)
3) αιτώ τινα + απαρεμφατο
αιτιάομαι (-ώμαι) = κατηγορώ
1) αιτιώμαι τινά ή τι ( αιτ.)
2) αιτιώμαι τινά τι (2 αιτ.)
3) αιτιώμαι τινά τινός ( αιτιατική + γενική )
ακολουθέω (-ώ) =
1) ακολουθώ τινί (δοτ)
ακούω
1) ακούω τινός ( γεν ) αυτηκοϊα
2) ακούω τινά ή τι ( αιτ.)
3)ακούω τινός τι ( γεν. + αιτ )
4)ακούω + ειδική πρόταση
5) ακούω + κατηγ. μετοχή στο αντικείμενο
6) ακούω τινα + απαρέμφατο
ακροάσμαι (-ώμαι) = ακούω, υπακούω, υποτάσσομαι
1) ακροώμαι τινός ( γεν.)
2) ακροώμαι τι τινός ( αιτ + γεν.)
αμαρτάνω = αποτυγχάνω, αστοχώ
1) αμαρτάνω τινός (γεν.)= αποτυγχάνω σε κάτι
2)αμαρτάνω τι (αιτ.) = σφάλλω σε κάτι
αμελέω (-ώ)
1) αμελώ τινός (γεν)
2) αμελώ + απαρέμφατο
αμύνω = απομακρύνω, υπερασπίζομαι , εκδικούμαι
1) αμυνώ τινά τινι ( αιτ. + δοτ.)
2) αμυνώ τινί (δοτ)
3) αμυνώ τινά (αιτ.)
μέσο 4) αμύνομαι τινά (αιτ.)
αμφισβητέω (-ώ) = φιλονικώ , διαφωνώ
1) αμφισβητώ τινί + εμπρ. προσδ, (δοτ)
2) αμφισβητώ τι (αιτ.)
3)αμφισβητώ + ειδ. απαρέμφατο ή ειδική πρόταση.
αναγκάζω
1) αναγκάζω τινά + απαρέμφατο (αιτ.)
αναλίσκω = δαπανώ , ξοδεύω
1)αναλίσκω τι (αιτ.)
ανέχομαι = υποφέρω , επιτρέπω
1) ανέχομαι τινός (γεν.)
2) ανέχομαι τινά (αιτ.)
3) ανέχομαι + κατηγορ. μετοχή ( στο υποκ. ή το αντικ.)
ανοίγω
1) ανοίγω τι (αιτ.)
αξιόω (-ώ) = θεωρώ άξιο, απατώ.
1) αξιώ τινά τινός ( αιτ + γεν.)
2) αξιώ τινά + τελικό απαρέμφατο
3) αξιώ + τελικό απαρέμφατο
απαντάω (-ώ) = συναντώ, αντιμετωπίζω , συμβαίνω
1)απαντώ τινί ( δοτ ) = συναντώ
2) απαντώ + εμπρ. προσδιόρ.
απαταώ (-ώ)
1) απατώ τινά ( αιτ.)
απειλέω (-ώ)
1) απειλώ τινά τι (2 αιτ.)
2) απειλώ τινί τι ( δοτ. + αιτ.)
3) απειλώ + απαρέμφ. μέλλοντα
απιστέω (-ώ)= δυσπιστώ, αμφιβάλλω
1) απιστώ τινί (δοτ.)
αποκρίνομαι = μεσο αποκρίνομαι /// παθ= αποχωρίζομαι
1)αποκρίνομαι τινί τι ( δοτ.+ αιτ.)
2)αποκρίνομαι + σύστοιχο (αιτ.)
3)αποκρίνομαι + εμπροθ. προσδιορισμός
απορέω(-ώ) = βρίσκομαι σε αμηχανία. υποφέρω από έλλειψη χρημάτων
1)απορώ τινός (γεν.) = στερούμαι
2)απορώ + εμπροθ. προσδιορισμός = βρίσκομαι σε αμηχανία.
3)απορώ + πλάγια ερώτηση
άπτω = αγγίζω , συνάπτω
1)άπτω τι (αιτ.)
μέσο 2)άπτομαι τινός (γεν.)
αρέσκω
1) αρέσκω τινί (δοτ.)
2) αρέσκω τι (αιτ.)
3) αρέσκομαι τινί (δοτ)
αρμόττω (-ζω) = εφαρμόζω, τακτοποιώ, προσαρμόζω
1)αρμόττω τινί τι (δοτ + αιτ.)
μέσο 2)αρμόττομαι τι (αιτ.)
αρνέομαι (-ούυμαι )
1)αρνούμαι τι ή τινά (αιτ.)
2)αρνούμαι + τελικό απαρέμφατο
3)αρνούμαι + ειδική πρόταση
αρπάζω
1)αρπάζω τι ή τινά (αιτ.)
άρχω = κάνω αρχή, κυβερνώ
1) άρχω τινός (γεν.) = αρχίζω - εξουσιάζω
μέσο 2) άρχομαι τινός (γεν.) = αρχίζω κάτι που θα τελείωσω ο ίδιος
3) άρχομαι + κατηγορημ. μετοχή = βρίσκομαι στην αρχή
4) άρχομαι + απαρέμφατο = καταπιάνομαι με κάτι για πρώτη φορά
ατιμάζω = δε τιμώ, θεωρώ ανάξιο, καταφρονώ
1) ατιμάζω + τινά ( αιτ.)
2) ατιμάζω τινά τινός (αιτ.+ γεν.)
ατυχέω (-ώ) = δυστυχώ, αποτυγχάνω
1)ατυχώ τινός (γεν.)
αυξάνω
1) αυξάνω +τινά ή τι (αιτ .)
2) αυξάνω τινά + προληπτικό κατηγορούμενο
παθ. 3) αυξανομαι + προληπτικό κατηγοτούμενο
αφανίζω
1)αφανίζω τινά (αιτ.)
άχθομαι (= στεναχωρούμαι , αγανακτώ, φορτώνομαι
1)άχθομαι τινί (δοτ.) = στεναχωρούμαι
2)άχθομαι τι (αιτ.) = στεναχωρούμαι
3)άχθομαι + κατηγορηματική μετοχή
Βάλλω
1) βάλλω τινά ή τι (αιτ.)
2)βάλλω τινά τινί (αιτ.+ δοτική οργανική )
βλάπτω
1)βλάπτω τινά ή τι (αιτ.)
βοηθέω (-ώ)
1)βοηθώ τινί (δοτ.)
βουλεύω
1)βουλεύω + εμπρ. προσδιορ.
2)βουλεύω τι (αιτ.)
3)βουλεύω + τελικό απαρέμφατο
4)βουλεύω + πλάγια ερώτηση
βούλομαι
1)βούλομαι + τελικό απαρέμφατο
γίγνομαι
1)γίγνομαι + κατηγορούμενο ή γενική κατηγορηματική
2)γίγνομαι τινός (γεν.)
3) γίγνομαι τί τινί (αιτ. + δοτ.)
γιγνώσκω
1)γιγνώσκω τι ή τινά (αιτ.)
2)γιγνώσκω + ειδική πρόταση
3)γιγνώσκω + τελικό απαρέμφατο
4)γιγνώσκω + κατηγορηματική μετοχή
γνωρίζω
1)γνωρίζω τινά ή τι (αιτ.)
2)γνωρίζω τινά + κατηγορηματική μετοχή
γράφω
1)γράφω τινά ή τι (αιτ.)
2)γράφω τινά τινός (αιτ.+ γενική της αιτίας)
3)γράφω τινά + απαρέμφατο
δείδω(δέδοικα) = φοβούμαι
1)δείδω + ενδοιαστική πρόταση
2)δείδω + αιτιατική [σπν]
3)δείδω + τελ. απαρέμφατο [σπν]
δείκνυμι
1)δείκνυμι τινά ή τι (αιτ.)
2)δεικνυμι + κατηγορ. μετοχή στο υποκ. ή στο αντικείμενο
δέχομαι
1)δέχομαι τινά ή τι (αιτ )
2)δέχομαι τινά (2 αιτ, - η μια κατηγ. στην άλλη)
3)δέχομαι + τελικό απαρέμφατο
δέω= έχω ανάγκη (δέομαι)
1)δέω τινός (γεν.)
2)δεί μοι τινός (γεν.) [απρόσωπο]
3)δεί τινά + απαρέμφατο (αιτ.) , [απρόσωπο]
μέσο 4)δέομαι τινός (γεν.)
5)δέομαι τινός τι (γεν.+ αιτ.)
6)δέομαι + τελικό απαρέμφατο
δέω = δένω
1)δέω τινά ή τι (αιτ.)
διδάσκω
1)διδάσκω τινά τι (2 αιτ.)
δίδωμι
1)δίδωμι τινί τι (δοτ. + αιτ.)
2)δίδωμι τινί + απαρέμφατο
δικάζω
1)δικάζω τινά ή τι (αιτ.)
2)δικάζω τινά + γενική της αιτίας
διώκω
1)διώκω τινά ή τι (αιτ.)
2)διώκω τινά + γενική της αιτίας (δικαστικός όρος)
δοκέω (-ώ)
1)δοκώ + δοτ. προσωπικη + απαρέμφατο ( και ως προσωπικό και ως απρόσωπο).Το απαρέμφατο είναι ΤΕΛΙΚΟ όταν το ρήμα σημαίνει φαίνεται καλό και ειδικό όταν το ρήμα σημαίνει νομιζω. θεωρώ
δουλόω (-ώ)
1)δουλώ τινά (αιτ.)
δράω (-ώ)
1)δρώ τι (αιτ,)
2)δρώ τινά τι (2 αιτ.)
3)δρώ τι τινί (αιτ.+ δοτ.)
δύναμαι
1)δύναμαι + τελικό απαρέμφατο
εάω (-ώ)
1)εώ + τι (αιτ.)
2)εώ τινά + απαρέμφατο
3)εώ + απαρέμφατο
εγείρω = ξυπνώ ,ξεσηκώνω
1)εγείρω τινά (αιτ.)
εθέλω
1)εθέλω + τελικό απαρέμφατο
εθίζω = συνηθίζω
1)εθίζω τινά + απαρέμφατο
2)εθίζω τινά ταύτα (2 αιτ. - η μια σύστοιχο αντικείμενο )
ειμί
1)ειμί + κατηγοτούμενο
2) ειμί ( ουδέτερης διάθεσης )= υπάρχω
ελαύνω =πηγαίνω έφιππος , καταδιώκω
1)αμετάβατο ( αρχικά μεταβατικό με αιτιατική)
ελέγχω
1)ελέγχω τινά (αιτ, )
2)ελέγχω τινά + κατηγοτηματική μετοχή (στο αντικ.)
παθ. 3)ελέγχομαι + κατηγορηματική μετοχή (στο υποκ.)
ελπίζω = ελπίζω, περιμένω
1)ελπίζω τι (αιτ.)
2)ελπίζω τινί (δοτ.)
3)ελπίζω + απαρέμφατο
εμποδίζω
1)εμποδίζω τινά ή τι (αιτ.)
2) εμποδίζω τινί ( δοτ.) = γίνομαι
εναντιοόμαι(-ουμαι)
1)εναντιουμαι τινι (δοτ)
2)εναντιουμαι τινι + απαρέμφατο
ενθυμεομαι(-ουμαι)
1)ενθυμουμαι τι (αιτ.)
2)ενθυμουμαι τινός (γεν.)
3)ενθυμουμαι + ονοματικη δευτερεύουσα πρόταση
εννοεω(-ω) = σκέπτομαι, έχω στο νου, διανοούμαι
1)εννοω τι (αιτ.) = συλλογίζομαι
2)εννοω τινός (γεν.) = έχω ιδέα...
3)εννοω + κατηγορηματική μετοχή
4)εννοω + απαρέμφατο
5)εννοω + δευτερεύουσα πρόταση
ενοχλέω(-ω)
1)ενοχλω τινί (δοτ.)
2)ενοχλω τινά (αιτ.)
εξεστι = επιτρέπται, είναι δυνατόν (απρόσωπο)
1)εξεστι + δοτική προσωπική
εξετάζω
1)εξετάζω τινά ή τι (αιτ.)
μέσο 2)εξετάζομαι + κατηγορηματική μετοχή
επιθυμέω(-ω)
1)επιθυμω τινός (γεν.)
2)επιθυμω + τελικό απαρέμφατο
3)επιθυμω τινά (αιτ.) [σπν]
επιμελέομαι(-ουμαι) = φροντίζω για κάποιον, ασχολούμαι με κάτι
1)επιμελουμαι τινός (γεν.)
2)επιμελούμαι τινός + απαρέμφατο
3)επιμελουμαι + πλάγια ερώτηση
επίσταμαι = γνωρίζω καλά
1)επίσταμαι τι (αιτ.,)
2)επίσταμαι + τελικό απαρέμφατο
3)επίσταμαι + κατηγορηματική μετοχή
4)επίσταμαι + ειδική πρόταση
επιχειρέω(-ω) = προσπαθώ, επιτίθεμαι
1)επιχειρω τινί (δοτ.)
2)επιχειρω τι (αιτ.)
3)επιχειρω + τελικό απαρέμφατο
έπομαι = ακολουθώ
1)έπομαι τινί (δοτ.)
εράω(-ω) = αγαπώ με πάθος
1)ερω τινός (γεν.)
εργάζομαι
1)εργάζομαι τι (αιτ.)
2)εργάζομαι τι τινά (2 αιτ.)
3)εργάζομαι + εμπρόθετος προσδιορισμός
έρχομαι
1)συνήθως αμτβ(ως κινήσεως συντάσσεται με τελική μετοχή
ερωτάω(-ω)
1)ερωτω τινά ή τι (αιτ.)
2)ερωτω τινα τι (2 αιτ.)
3)ερωτω τινά + εμπρόθετος προσδιορισμός
4)ερωτω τινά + πλάγια ερώτηση
5)ερωτω + πλάγια ερώτηση
ευρίσκω
1)ευρίσκω τινά ή τι (αιτ.)
2)ευρίσκω + κατηγορηματική μετοχή (στο υποκ. ή στο αντικ.)
3)ευρίσκω + τι + εμπρόθετο προσδιορισμό
εύχομαι
1)εύχομαι τινί (δοτ.)
2)εύχομαι + εμπρόθετος προσδιορισμός
3)εύχομαι τινά + εμπρόθετο προσδιορισμό
4)εύχομαι + απαρέμφατο
έχω
1)έχω τινά ή τι (αιτ.)
2)έχω + απαρέμφατο (=μπορώ)
3)έχω + πλάγια ερώτηση (συνοδεύεται από άρνηση)
4)έχω + επίρρημα (=επίρρημα)
μέσο 5)έχομαι τινός (γεν.) = κρατώ κάτι
ζημιόω(-ω)
1)ζημιώ τινά (αιτ.)
2)ζημιω τινά + δοτική οργανική
παθ. 3)ζημιούμαι + σύστοιχο αντικείμενο ή δοτική οργανική
ζητέω(-ω)
1)ζητω τινά ή τι (αιτ.)
2)ζητω + απαρέμφατο
ηγέομαι(-ουμαι)=είμαι αρχηγός, προπορεύομαι, οδηγώ//νομίζω
1)ηγούμαι τινός (γεν.)= είμαι αρχηγός
2)ηγουμαι τινί (δοτ.)= οδηγω
3)ηγουμαι + ειδικό απαρέμφατο = νομίζω
4)ηγουμαι τινα τι (2 αιτ.-η μία κατηγ. στην άλλη) = θεωρώ κάποιον κάτι
ήδομαι = ευχαριστιέμαι
1)ήδομαι τινί (δοτ.)
2)ήδομαι + εμπρόθετος προσδιορισμός
3)ήδομαι + κατηγορηματική μετοχή
ηττάομαι(-ωμαι) = είμαι κατώτερος από κάποιον, νικιέμαι
1)ηττωμαι τινός (γεν.) = είμαι κατώτερος
2)ηττωμαι τινός τινί (γεν.-δοτ.) = είμαι κατώτερος από κάποιον
3)ηττωμαι + κατηγορηματική μετοχή
θάπτω
1)θάπτω τινά ή τι (αιτ.)
θαυμάζω = εκπλήττομαι, θαυμάζω, τιμώ
1)θαυμάζω τινά ή τι (αιτ.)
2)θαυμάζω τινός (γεν.) = εκπλήττομαι, απορώ για κάτι
3)θαυμάζω τινά + γενική της αιτίας
4)θαυμάζω τινός + κατηγορηματική μετοχή
5)θαυμάζω + πλάγια ερώτηση
6)θαυμάζω + αιτιολογική πρόταση ε το ότι ή το ει)
θνήσκω
αμετάβατο
θύω = θυσιάζω
1)θύω τινί (δοτ.)
2)θύω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
3)θύω + σύστοιχο αντικείμενο
ιδρύω
1)ιδρύω τι (αιτ.)
ίημι = ρίχνω, χτυπω, στέλνω, προσφέρω, σπεύδω
1)ίημι τι (αιτ.)
ικνέομαι(-ουμαι) = έρχομαι, φθάνω
1)ικνούμαι + εμπρόθετος προσδιορισμός
ίστημι = στήνω
1)ίστημι τινά ή τι (αιτ.)
μέσο 2)ίσταμαι ==αμτβ.
ισχυρίζομαι = μεταχειρίζομαι όλες τις δυνάμεις μου, επιμένω
1)ισχυρίζομαι τι (αιτ.)
2)ισχυρίζομαι τι + απαρέμφατο
3)ισχυρίζομαι + ειδική πρόταση
4)ισχυρίζομαι τινί (δοτ.) = εμπιστεύομαι σε κάτι
καλέω(-ω) = ονομάζω, προσκαλώ, συγκαλώ
1)καλω τινά (αιτ.)
2)καλω τινά τι (2 αιτ.- η μία κατηγ. στην άλλη)
κατηγορέω(-ω) = μιλώ εναντίον κάποιου, κατηγορώ, αποδεικνύω
1)κατηγορώ τινός (γεν.)
2)κατηγορω τινός τι (γεν. - αιτ.)
3)κατηγορω τινός + ειδική πρόταση
4)κατηγορω τι (αιτ.) = αποδεικνύω
5)κατηγορω + απαρέμφατο
κελεύω = διατάσσω, παραγγέλλω, συμβουλεύω, παρακαλώ
1)κελεύω τινά + τελικό απαρέμφατο
2)κελεύω τινά τι (2 αιτ.)
3)κελεύω τινά ή τι (αιτ.)
4)κελεύω + τελικό απαρέμφατο
κήδομαι = φροντίζω
1)κήδομαι τινός (γεν.)
κηρύττω
1)κηρύττω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
2)κηρύττω τινά (αιτ.)
3)κηρύττω τινί + τελικό απαρέμφατο
κινδυνεύω
1)κινδυνεύω + εμπρόθετος προσδιορισμός
2)κινδυνεύω + σύστοιχο αντικέιμενο
3)κινδυνεύω + τελικό απαρέμφατο
κοινωνέω(-ω) = μετέχω
1)κοινωνω τινός (γεν.)
2)κοινωνω τινός τινί (γεν.-δοτ.)
κομίζω = φέρνω
1)κομίζω τι (αιτ.)
2)κομίζω τι τινί (αιτ. - δοτ.)
3)κομίζω τι + εμπρόθετος προσδιορισμός
μέσο 4)κομίζω τινά (αιτ.)
κρατέω(-ω) = υπερισχύω, εξουσιάζω
1)κρατω τινός (γεν.)=εξουσιάζω
2)κρατω τινά (αιτ.) = νικώ κάποιον
κρίνω = διαχωρίζω, αποφασίζω, εξετάζω, δικάζω
1)κρίνω τινά (αιτ.)
2)κρίνω τινά τι (2 αιτ. - η μία κατηγ. στην άλλη)
3)κρίνω τινά τινός (αιτ. - γεν.)
κτάομαι(-ωμαι) = αποκτώ, προμηθεύομαι, κερδίζω
1)κτωμαι τι (αιτ.)
2)κτωμαι τινά τι (2 αιτ. ή μία κατηγ. στην άλλη)
κτείνω = φονεύω
1)αποκτείνω τινα (αιτ.)
κυριεύω
1)κυριεύω τινός (γεν.)
λαγχάνω = παίρνω με κλήρο, μετέχω, κατηγορώ σε δίκη
1)λάγχάνω τι (αιτ.)
2)λαγχάνω τινά τι (2 αιτ. - η μία κατηγ. στην άλλη)
3)λαγχάνω τινός (γεν.) = τυχαίνω κάτι
4)λαγχάνω + απαρέμφατο
5)λαγχάνω + κατηγορούμενο
λαμβάνω
1)λαμβάνω τινά ή τι (αιτ.)
2)λαμβάνω τινά τι (2 αιτ. - η μία κατηγ,. στην αλλη)
3)λαμβάνω τινός (γεν.)
4)λαμβάνω τινά + κατηγορηματική μετοχή
μέσο 5)λαμβάνομαι τινός (γεν.) = πιάνομαι από κάτι
λανθάνω = ξεφεύγω την προσοχή, μένω άγνωστος
1)λανθάνω τινά (αιτ.)
20λανθάνω τινά + κατηγορηματική μετοχή
3)λανθάνω + κατηγορηματική μετοχή
μέσο 4)επιλανθάνομαι τινός (γεν.)
5)επιλανθάνομαι + τελικό απαρέμφατο
6)επιλανθάνομαι + κατηγορηματική μετοχή
λέγω = συλλέγω, συνάγω
1)συλλέγω τι (αιτ.)
λέγω = μιλώ, λέω
1)λέγω τι (αιτ.)
2)λέγω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
3)λέγω τινά τι (2 αιτ.)
4)λέγω + ειδικό απαρέμφατο
5)λέγω + ειδική πρόταση
6)λέγω + εμπρόθετος προσδιορισμός
λείπω = αφήνω
1)λείπω τινά ή τι (αιτ.)
μέσο 2)λείπομαι τινός (γεν.) = είμαι κατώτερος από κάποιον
3)εκλείπω === αμτβ.
λοιδορέω(-ω) = κακολογώ, υβρίζω
1)λοιδορω τινά (αιτ.)
μέσο 2)λοιδορουμαι τινί (δοτ.) = κατηγορώ, επιπλήττω κάποιον
λυμαίνομαι = βλάπτω
1)λυμαίνομαι τί (αιτ.)
2)λυμαίνομαι τινί (δοτ.)
λυπέω(-ω) = προξενώ λύπη, ενοχλώ
1)λυπω τινά (αιτ.)
2)λυπω τινα τι (2 αιτ. - η μία σύστοιχο αντικείμενο)
3)λυπω + κατηγορηματική μετοχή
μέσο 4)λυπουμαι + κατηγορηματική μετοχή
5)λυπουμαι + εμπρόθετος προσδιορισμός
μανθάνω
1)μανθάνω τινά ή τι (αιτ.)
2)μανθάνω τινός (γεν.) = ακούω
3)μανθάνω τινά + εμπρόθετος προσδιορσιμός
4)μανθάνω + τελικό απαρέμφατο
5)μανθάνω + κατηγορηματική μετοχή
μάχομαι
1)μάχομαι τινί (δοτ.)
2)μάχομαι + εμπρόθετος προσδιορισμός
μείγνυμι = αναμειγνύω
1)μείγνυμι τινί τι (δοτ. - αιτ.)
μέλει = υπάρχει φροντίδα (απρόσωπο)
1)μέλει + δοτ. προσωπική + γενική έλει μοι τινός)
2)μέλει + δοτ. προσωπική + τελικό απαρέμφατο [σπν]
μέλλω = σκοπεύω, αναβάλλω, καθυστερώ
1)αμτβ.
2)μέλλω + τελικό απαρέμφατο
μέμφομαι = μαλώνω, κατηγορώ
1)μέμφομαι τινά ή τι (αιτ.)
2)μέμφομαι τινί (δοτ.)
3)μέμφομαι τινά + γενική της αιτίας
4)μέμφομαι τινί τινά (δοτ. - αιτ.)
μένω = μένω, περιμένω
1)αμτβ.
2)μένω τινά ή τι (αιτ.) [σπν]
μιμνήσκω = θυμίζω
1)μιμνήσκω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
μέσο 2)μιμνήσκομαι τινός (γεν.)
3)μιμνήσκομαι + κατηγορηματική μετοχή
4)μιμνήσκομαι + απαρέμφατο
συνθ. 5)αναμιμνήσκω, υπομιμνήσκω + 2 αιτ.
μνημονεύω = θυμούμαι, αναφέρω
1)μνημονεύω τινός (γεν.)
2)μνημονεύω τινά ή τι (αιτ.)
3)μνημονεύω + ειδική πρόταση
νέμω= μοιράζω, απονέμω, κατοικώ, διοικώ, βόσκω
1)νέμω τι (αιτ.)
2)νέμω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
μέσο 3)νέμομαι τι (αιτ.)
νέω = πλέω, κολυμπώ
1)αμτβ.
νεωτερίζω = κάνω μεταρρυθμίσεις, καινοτομώ, στασιάζω
1)νεωτερίζω τι (αιτ.)
2)νεωτερίζω + σύστοιχο αντικείμενο
νικάω(-ω)
1)αμτβ.
2)νικω τινά (αιτ.) + σύστοιχο αντικείμενο [σπν]
3)νικω τινί (δοτ. του τρόπου)
νοέω(-ω) = σκέπτομαι, εννοώ
1)νοω τι (αιτ.)
2)νοω + απαρέμφατο
νομίζω = παραδέχομαι, ακολουθώ συνήθεια, θεωρώ, πιστεύω, φρονώ
1)νομίζω τινά ή τι (αιτ.)
2)νομίζω τινά τι (2 αιτ. - η μία κατηγ. στην άλλη)= θεωρώ...
3)νομίζω + ειδικό απαρέμφατο
νομοθετέω(-ω)
1)νομοθετω τινί (δοτ.)
2)νομοθετω + εμπρόθετος προσδιορισμός
οιδα = γνωρίζω
1)οιδα τι (αιτ.)
2)οιδα τινός (γεν.) [σπν] = γνωρίζω για κάποιον
3)οιδα + τελικό απαρέμφατο
4)οιδα + κατηγορηματική μετοχή (στο υποκ. ή το αντικ.)
5)οιδα + ειδική πρόταση
6)οιδα + πλάγια ερώτηση
οικέω(-ω) = κατοικώ, κυβερνώ // αμτβ. για πόλεις = κατοικούμαι, κυβερνιέμαι
1)οικω τι (αιτ.)
οίομαι(οιμαι) = νομίζω, υποθέτω
1)οίομαι + ειδικό απαρέμφατο
οίχομαι = έχω φύγει, έχω πεθάνει, χάνομαι
1)οίχομαι + κατηγορηματική μετοχή (η μτχ. μεταφράζεται ως ρήμα και το ρήμα ως επίρρ.)
ολιγορέω(-ω) = δε φροντίζω, δεν προσέχω
1)ολιγορω τινός (γεν.)
όλλυμι (ολλύω) = αφανίζω, καταστρέφω
1)όλλυμι τινά ή τι (αιτ.)
ομιλέω(-ω) = συνανστρέφομαι, πλησιάζω
1)ομιλω τινί (δοτ.)
2)ομιλω + επιρρημα ή εμπρόθετος προσδιορισμός
ομνυμι (ομνύω) = ορκίζομαι
1)όμνυμι τινά (αιτ.)
2)όμνυμι τινί (δοτ.) [σπν]
3)όμνυμι τινι τινά (δοτ. + συστοιχο αντικείμενο)
4)όμνυμι + απαρέμφατο μέλλοντα
ομολογέω(-ω) = συμφωνω, παραδέχομαι
1)ομολογω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
2)ομολογω τινί (δοτ.)
3)ομολογω + ειδικό απαρέμφατο
4)ομολογειται===> απόλυτο
ονειδίζω = ελέγχω, επιτιμώ, υβρίζω
1)ονειδίζω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
2)ονειδίζω τινί + εμπρόθετος προσδιορισμός
3)ονειδίζω τινά (αιτ.)
οράω(-ω) = βλέπω
1)ορω τινά ή τι (αιτ.)
2)ορω + κατηγορηματική μετοχή
3)ορω + ειδική πρόταση
4)ορω + ενδοιαστική πρόταση
5)ορω + πλάγια ερώτηση
οργίζω
1)οργίζω τινά (αιτ.)
μέσο 2)οργίζομαι τινί (δοτ.) ή εμπρόθετος προσδιορισμός
ορίζω = θέτω όρια, προσδιορίζω, τάσσω, χωρίζω
1)ορίζω τινά ή τι (αιτ.)
2)ορίζω τινά τι (2 αιτ. - η μία κατηγ. στην άλλη)
μέσο 3)ορίζομαι τινά (αιτ.)
ορμά(-ω)= μτβ παρορμώ, παρακινώ /// αμτβ= ορμώ, ξεκινώ
1)ορμω τινά + εμπρόθετο προσδιορισμό
2)ορμω + απαρέμφατο
ορμέω(-ω) = είμαι αραγμένος
1)αμτβ.
ορμίζω = μτβ οδηγώ πλοίο στο λιμάνι
1)ορμίζω τινά + εμπρόθετο προσδιορισμό
οφείλω
1)οφείλω τινί (δοτ.)
2)οφείλω + τελικό απαρέμφατο
οφλισκάνω = χρωστώ στο δημόσιο, καταδικάζομαι, οφείλω
1)οφλισκάνω τινά (αιτ.)
2)οφλισκάνω τινά + γεν. της αιτίας ή της ποινής
3)οφλισκάνω + γεν. της αιτίας
παιδεύω = εκπαιδεύω, διδάσκω, μορφώνω, ανατρέφω
1)παιδεύω τινά (αιτ.)
2)παιδεύω τινά τι (2 αιτ.)
3)παιδεύω τινά + απαρέμφατο
4)παιδεύω τινά + δοτ. του μέσου
5)παιδεύω + εμπρόθετος προσδιορισμός
παραιτέομαι(ουμαι)= παρακαλώ, ζητώ κάτι από κάποιον, ικετεύω
1)παραιτουμαι τινά (αιτ.) = παρακάλω κάποιον
2)παραιτουμαι τινά τι (2 αιτ.) = ζητώ με παρακλήσεις κάτι
3)παραιτουμαι τινά + απαρέμφατο = παρακαλώ
παρασκευάζω
1)παρασκευάζω τι (αιτ.)
2)παρασκευάζω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
3)παρασκευάζω + πλάγια ερώτηση
μέσο 4)παρασκευάζομαι τι (αιτ.)
5)παρασκευάζομαι + τελική μετοχή
πάσχω = υποφέρω, παθαίνω κάτι
1)πάσχω τι (αιτ.)
παύω = κάνω κάποιον να σταματήσει, αποτρέπω, εμποδίζω
1)πάυω τινά (αιτ.)
2)παύω τινά τινός (αιτ. - γεν.)
3)παύω + κατηγορηματική μετοχή
μέσο 4)παύομαι τινός (γεν.)
5)παύομαι + κατηγορηματική μετοχή στο υποκ.
πείθω
1)πείθω τινά (αιτ.)
2)πείθω τινά + τελικό απαρέμφατο
3)πείθω τινά τι (2 αιτ.)
4)πείθω + συμπερασματική πρόταση
μέσο 5)πείθομαι τινί (δοτ.)
6)πείθομαι τινί τι (δοτ. - αιτ.)
7)πείθομαι τινί + τελικό απαρέμφατο
πειράω(-ω) = αποκτώ πείρα, πειράζω, δοκιμάζω, προσπαθώ
1)πειρω τινά (αιτ.)
2)πειρω τινός (γεν.)
3)πειρω + τελικό απαρέμφατο
4)πειρω + πλάγια ερώτηση
πέμπω
1)πέμπω τινά ή τι (αιτ.)
2)πέμπω τινί τι (δοτ. -αιτ.)
3)πέμπω τινί + εμπρόθετος προσδιορισμός
4)πέμπω + απαρέμφατο
μέσο 5)πέμπομαι τινά (αιτ.) = στέλνω κάποιον εκ μέρους μου
πίμπλημι = γεμίζω
1)πίμπλημι τινά τινός (αιτ. - γεν.)
πίμπρημι = καίω
1)πίμπρημι τι (αιτ.)
πιστεύω
1)πιστεύω τινί (δοτ.)
2)πιστεύω + ειδικό απαρέμφατο
3)πιστεύω + ειδική πορόταση
ποιέω(-ω)
1)ποιω τι (αιτ.)
2)ποιω τινά τινι (αιτ. - δοτ.)
3)ποιω τινά τι (2 αιτ. - η μιά κατηγ. στην άλλη)
4)ποιω τινά + απαρέμφατο
μέσο 5)ποιουμαι τι (αιτ.)
6)ποιουμαι τινά τι (2 αιτ. - η μία κατηγ. στην άλλη)
πολεμέω(-ω)
1)πολεμω τινί (δοτ.)
2)πολεμω + εμπρόθετος προσδιορισμός
3)πολέμω τινά [σπν]
πορεύω = μεταφέρω, διαβιβάζω // μέσο = βαδίζω, οδοιπορώ
1)πορεύω τινά ή τι (αιτ.)
πράττω = κάνω, ενεργώ, κατορθώνω
1)πράττω τι (αιτ.)
2)πράττω τινά τι (2 αιτ.)
3)πράττω τινά τινί (αιτ. - δοτ. ) ή εμπρόθετο προσδιορισμό
4)πράττω + εμπρόθετο προσδιορισμό
5)πράττω + επίρρημα
μέσο 6)πράττομαι τι (αιτ.)
7)πράττομαι τινα τι (2 αιτ.)
πρεσβεύω = είμαι μεγαλύτερος σε ηλικία, είμαι πρεσβευτής, κυβερνώ, εξουσιάζω, τιμώ, παραδέχομαι /// μέσο = διαπραγματεύομαι μέσω πρεσβευτών /// παθ.=στέλνομαι πρέσβευτής
1)πρεσβεύω τινός (γεν.) = είμαι μεγαλύτερος σε ηλικία
2)πρεσβεύω τι (αιτ.) = παραδέχομαι, τιμώ
3)αμτβ= είμαι πρεσβευτής
πυνθάνομαι = πληροφορούμαι, εξετάζω, ζητώ να μάθω, ακούω
1)πυνθάνομαι τινά τινός (αιτ. - γεν.) = ρωτώ να μάθω
2)πυνθάνομαι τινός (γεν.) = μαθαίνω για κάτι
3)πυνθάνομαι τι (αιτ.) = πληροφορούμαι
4)πυνθάνομαι τι + εμπρόθετος προσδιορισμός
5)πυνθάνομαι + απαρέμφατο
6)πυνθάνομαι + πλάγια ερώτηση
7)πυνθάνομαι + κατηγορηματική μετοχή στο αντικ.
σημαίνω = δίνω σημείο, φανερώνω, γνωστοποιώ, υποδεικνύω, σφραγίζω, διατάσσω
1)σημαίνω τι (αιτ.)
2)σημαίνω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
3)σημαίνω τινί + εμπρόθετος προσδιορισμός= φανερώνω
4)σημαίνω τινί + απαρέμφατο =αναγγέλλω με σημάδι να κάνει κάτι
5)σημαίνω τινί + πλάγια ερώτηση = φανερώνω
6)σημαίνω + κατηγορηματική μετοχή = φανερώνω
σκοπέω(-ω)= παρατηρώ, εξετάζω, σκέφτομαι
1)σκοπω τινά (αιτ.)
2)σκοπω + πλάγια ερώτηση
3)σκοπω + εμπρόθετος προσδιορισμός
σπένδω = κάνω σπονδή ///μέσο = κάνω συνθήκη, συμφωνία, ειρήνη
1)σπένδω τινί (δοτ.)
2)σπένδω τι (αιτ.) = η αιτ. δηλώνει το υγρό της σπονδής
3)σπένδω + δοτ. του οργάνου
μέσο 4)σπένδομαι τινί (δοτ.)
5)σπένδομαι τινί + απαρέμφατο
6)σπένδομαι τινί τι (δοτ. - αιτ.)
σπουδάζω = ασχολούμαι σοβαρά με κάτι
1)σπουδάζω + εμπρόθετος προσδιορισμός
2)σπουδάζω + απαρέμφατο
3)σπουδάζω τι (αιτ.)
στασιάζω = αμτβ. επαναστατώ, φιλονικώ // μτβ= παρακινώ σε στάση
1)στασιάζω τινά (αιτ.)
2)στασιάζω τινι (δοτ.) = επαναστατώ εναντίον κάποιου
στέλλω = ετοιμάζω, τεκτοποιώ, ντύνω, αποστέλλω
1)στέλλω τινά ή τι (αιτ.)
στρατεύω
1)στρατεύω + εμπρόθετος προσδιορισμός
2)στρατεύω + σύστοιχο αντικείμενο
στρατηγέω(-ω) = είμαι στρατηγός
1)αμτβ.
2)στρατηγω τινός (γεν.) = είμαι αρχηγός κάποιου
3)στρατηγω τινί (δοτ.) = είμαι αρχηγός κάποιου [σπν]
4)στρατηγω + σύστοιχο αντικείμενο
συμμαχέω(-ω)
1)συμμαχω τινί (δοτ.)
σφάλλω=κάνω κάποιον να παραπατήσει, βλάπτω, νικώ, καταρρίπτω
1)σφάλλω τινά (αιτ.) = κάνω κάποιον να παραπατήσει
μέσο 2)σφάλλομαι τινός (γεν.)= απατώμαι, κάνω λάθος
σωζω = σωζω, ελευθερώνω, διατηρώ, διαφυλλάσσω
1)σωζω τινά (αιτ.)
2)σωζω τινά τινός (αιτ. - γεν.) ή εμπρόθετο προσδιορισμό
τάττω(τάσσω) = τακτοποιώ, διατάσσω, προπσδιορίζω
1)τάττω τινά ή τι (αιτ.)
2)τάττω τινά + απαρέμφατο
3)τάττω τινί τινά (δοτ. - αιτ.)
4)τάττω + εμπρόθετος προσδιορισμός ή επιρρηματικός προσδιορισμός
τελευτάω(-ω) = τελειώνω κάτι, πεθαίνω
1)τελευτω τι (αιτ.)
2)τελευτω τινός (γεν.)
3)αμτβ.
τέμνω = κόβω, σκίζω, διαχωρίζω, σφάζω
1)τέμνω τι (αιτ.)
2)τέμνω + γενική διαιρετική
τίθημι = θέτω, τοποθετώ
1)τίθημι τινά ή τι (αιτ.)
2)τίθημι τινά τι (2 αιτ. - η μία κατηγ. στην άλλη)
3)τίθημι τι τινός (αιτ. - γεν.)
4)τίθημι τινά + απαρέμφατο
μέσο 5)τίθεμαι τι (αιτ.)
6)τίθεμαι τι + εμπρόθετος προσδιορισμός
7)τίθεμαι τινά τι (2 αιτ. - η μία κατηγ, στην άλλη)
τιμάω(-ω)
1)τιμω τινά ή τι (αιτ.)
2)τιμω τινά + γενική της αξίας
3)τιμω τινί + γενική της ποινής (ως δικαστικός όρος)
τυγχάνω = συναντώ, χτυπώ με επιτυχία, αποκτώ, βρίσκω τυχαία, επιτυγχάνω
1)τυγχάνω + κατηγορούμενο
2)τυγχάνω τινός (γεν.) = πετυχαίνω κάτι πορεί να έχει και κατηγ, στο αντικ.)
3)τυγχάνω τι (αιτ.)
4)τυγχάνω τι τινός (αιτ. - γεν.)
5)τυγχάνω + κατηγορηματική μετοχή στο υποκ.
6)ετύγχανε ===>απρόσωπο
7)τυχόν ==> το ουδ. μτχ τίθεται απόλυτα και θεωρείται επίρρημα
υβρίζω = αμτβ, συμπεριφέρομαι με αυθάδεια // μτβ = περιφρονώ, ατιμάζω, προσβάλλω
1)υβρίζω τινά (αιτ.)
υπισχνέομαι(-ουμαι) = υπόσχομαι, διαβεβαιώνω
1)υπισχνουμαι τινί τι (δοτ. - αιτ.)
2)υπισχνούμαι + απαρέμφατο
υποκρίνομαι =αποκρίνομαι, εξηγώ, ερμηνεύω, παριστάνω κάτι, προσποιούμαι
1)υποκρίνομαι τινί τι (δοτ. - αιτ.) = απαντώ
2)υποκρίνομαι τι (αιτ.) = παριστάνω
3)υποκρίνομαι + απαρέμφατο = παριστάνω
φαίνω = φέγγω, φανερώνω, γνωστοποιώ, καταγγέλλω
1)φαίνω τινά ή τι (αιτ.) = φανερώνω
2)φαίνω τινά τινί (αιτ. - δοτ.) = φανερώνω
μέσο 3)φαίνομαι + απαρέμφατο
4)φαίνομαι + κατηγορηματική μετοχή
5)φαίνομαι + κατηγορούμενο (ως δοξαστικό) = νομίζομαι, θεωρούμαι
παθ. 6)φαίνομαι υπό τινός = ελέγχομαι, φανερώνομαι, καταγγέλλομαι
φέρω = φέρω, υποφέρω, φορώ, βαστάζω, παράγω, προξενώ, πληρώνω, κατορθώνω, οδηγώ
1)φέρω τινά ή τι (αιτ.)
2)φέρω τινά τινί (αιτ. - δοτ.)
3)φέρω + επιρρηματικό ή εμπρόθετο προσδιορισμό
μέσο 4)φέρομαι τι (αιτ.)
5)φέρομαι + εμπρόθετος προσδιορισμός
παθ. 6)φέρομαι υπό τινός
φεύγω = τρέπομαι σε φυγή, αποφεύγω, εξορίζομαι, κατηγορούμαι
1)φεύγω τινά ή τι (αιτ.) = αποφεύγω, διαφεύγω
2)φεύγω + τελικό απαρέμφατο = αποφεύγω
3)φεύγω + επιρρηματικός ή εμπρόθετος προσδιορισμός
φημί = λέγω, ισχυρίζομαι, διακηρύσσω, φανερώνω, εκθέτω, βεβαιώνω
1)φημί + ειδικό απαρέμφατο
φθάνω = φτάνω, προφτάνω, κάνω κάτι πρώτος, έρχομαι πρώτος
1)φθάνω τινά ή τι (αιτ.) = προφτάνω
2)φθάνω + επιρρηματικός ή εμπρόθετος προσδιορισμός
3)φθάνω + κατηγορηματική μετοχή (=επίρρημα χρόνου)
φθείρω = καταστρέφω, αρπάζω, φονεύω
1)φθείρω τινά ή τι (αιτ.)
φθονέω(-ω)
1)φθονώ τινί (δοτ.)
2)φθονω τινί + γενική της αιτίας
3)φθονω + απαρέμφατο = αρνούμαι, αποφεύγω απο φθόνο να κάνω κάτι
φιλέω(-ω) = αγαπώ, επιδοκιμάζω, συνηθίζω
1)φιλω τινά (αιτ.) = αγαπώ, προτιμώ,
2)φιλω + απαρέμφατο = συνηθίζω
φιλονικέω(-ω) = αγαπώ τη νίκη, προσπαθώ να φαίνομαι πρώτος, μαλώνω
1)φιλονικω τινί (δοτ.)
2)φιλονικω +εμπρόθετος προσδιορισμός
φοβέω(-ω) = φοβίζω, τρέπω σε φυγή, προξενώ φόβο
1)φοβω τινά (αιτ.)
μέσο 2)φοβουμαι τινά ή τι (αιτ.)
3)φοβουμαι + εμπρόθετος προσδιορισμός
4)φοβουμαι + απαρέμφατο
5)φοβουμαι + ενδοιαστική πρόταση
φράζω =λέγω, εκφράζω, φανερώνω, εξηγώ, υποδεικνύω, παραγγέλλω /// μέσο=σκέφτομαι, συλλογίζομαι /// παθ. εκφράζομαι
1)φράζω τι (αιτ.)
2)φράζω τινί τι (δοτ. - αιτ.)
3)φράζω τινά τι (2 αιτ.)
4)φράζω τινί + ειδικό απαρέμφατο
5)φράζω + ειδική πρόταση
φρονέω(-ω) = σκέφτομαι. συλλογίζομαι, νομίζω, έχω φρόνημα, αισθάνομαι
1)φρονω + απαρέμφατο = σκέφτομαι
2)φρονω + ειδική πρόταση
3)φρονω + επιρρηματικός προσδιορισμός
φροντίζω = σκέφτομαι, μελετώ, προσέχω, έχω φροντίδα /// μέσο = φροντίζομαι
1)φροντίζω τινός (γεν.) ή εμπρόθετος προσδιορισμός
2)φροντίζω τι (αιτ.) = σκέφτομαι
3)φροντίζω + πλάγια ερώτηση ή ενδοιαστική ή τελική πρόταση
φυλάττω(φυλάσσω)=φυλασσω, αγρυπνώ, προσέχω, υπερασπίζομαι, παραμονεύω
1)φυλάττω τινά ή τι (αιτ.)
2)φυλάττω τινί (δοτ.) = αγρυπνώ για κάποιον
3)φυλάττω τινά + τελικό απαρέμφατο = προσέχω
4)φυλάττω + πλάγια ερώτηση ή τελική ή ενδοιαστική πρόταση
μέσο 5)φυλάττομαι τινά ή τι (αιτ.) = προσέχω, φροντίζω
6)φυλάττομαι τινός = τσιγγουνευομαι σε κάτι
7)φυλάττομαι + πλάγια ερώτηση ή τελική ή ενδοιαστική πρόταση
χαίρω = χαίρομαι, ευχαριστιέμαι
1)χαίρω τινί (δοτ.) ή εμπρόθετο με δοτική
2)χαίρω τινά (αιτ.) [σπν]
3)χαίρω + κατηγορηματική μετοχή
χαλεπαίνω = οργίζομαι, αγανακτώ
1)χαλεπαίνω τινί (δοτ.)
2)χαλεπαίνω + εμπρόθετος προσδιορισμός
χρή, χρέων εστι = πρέπει, είναι ανάγκη (απρόσωπο)
1)χρή + τελικό απαρέμφατο ως υποκείμενο
χρήομαι(-ωμαι) = μεταχειρίζομαι
1)χρωμαι τινί (δοτ.)
2)χρωμαι τινί τινί (2 δοτ.- η μία κατηγ. στην άλλη)
χωρίζω = αποχωρίζω, ξεχωρίζω, διακρίνω
1)χωρίζω τι τινός (αιτ. - γεν.)
μέσο 2)χωρίζομαι τινός (γεν.) = αποχωρίζομαι από κάποιον
ψεύδω = διαψεύδω /// μέσο = λέω ψέμματα
1)ψεύδω τι τινός (αιτ. - γεν.)
μέσο 2)ψεύδομαι τινός (γεν.)
3)ψεύδομαι τινά (αιτ.)
ψηφίζω = ψηφίζω, αποφασίζω /// μέσο=ρίχνω ψήφο, αποφασίζω
1)ψηφίζω τινά (αιτ.)
μέσο 2)ψηφίζομαι τινά (αιτ.)
3)ψηφίζομαι + απαρέμφατο
4)ψηφίζομαι τινά + απαρέμφατο
5)ψηφίζομαι τινά τινί (αιτ. - δοτ.)
ωφελέω(-ω)=ωφελώ, υποστηρίζω, βοηθώ
1)ωφελω τινά (αιτ.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου