Αναγνώστες

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

Η ΔΟΤΙΚΗ ΠΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ

Η δοτική πτώση, θεωρητικά νεκρή, αφού δεν υφίσταται στις επίσημες πτώσεις στην κοινή νεοελληνική, είναι πανταχού παρούσα παρόλα αυτά, αφού πλήθος εκφράσεων που περιέχουν τη δοτική πτώση επιβιώνουν ως τις μέρες μας κυρίως στον επίσημο λόγο. Ακολουθούν οι πιο γνωστές από αυτές.




αβρόχοις ποσί(ν)
= (με άβρεχτα πόδια), άκοπα ή χωρίς ζημιά, χωρίς να κοστίσει τίποτα
Πέρασε το μάθημα αβρόχοις ποσίν.


αιτία
= λόγω, εξαιτίας
Φράσεις: αιτία θανάτου, αιτία δωρεάς
Του χορηγήθηκε σύνταξη αιτία θανάτου.


άμα τη αφίξει
= με την άφιξη, τη στιγμή της άφιξης
Άμα τη αφίξει του Προέδρου, συνέβη το απρόοπτο.


άμα τη εμφανίσει,
επί τη εμφανίσει
= με την εμφάνιση, μόλις εμφανιστεί ή μόλις εμφανίστηκε
= με την εμφάνιση, μόλις το εμφανίσει (επιδείξει) κανείς
Πληρωτέαι επί τη εμφανίσει (σε χαρτονομίσματα) = (δραχμές) που πρέπει να καταβληθούν με την επίδειξη (του χαρτονομίσματος).


ανάγκα
= στην ανάγκη
ανάγκα και θεοί πείθονται.


ανωτέρα βία 
= λόγω ανωτέρας βίας, από απροσδόκητο γεγονός (που ξεφεύγει από τον έλεγχό μας)


αστυνομική συνοδεία
= συνοδευόμενος από αστυνομικό ή αστυνομικούς
Ο υπόδικος έφτασε στην αίθουσα αστυνομική συνοδεία


άφες αυτοίς
= συγχώρησέ τους, μεταφορικά: άστους, μην τους δίνεις σημασία
Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι = Πατέρα συγχώρησέ τους γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν (από το Ευαγγέλιο)


άφες ημίν τα οφειλήματα ημών
= συγχώρησέ μας τις αμαρτίες μας
(Από την κυριακή προσευχή, το «πάτερ ημών»)


βάσει,
επί τη βάσει
= με βάση, βασιζόμενος σε, σύμφωνα με
Όλα έγιναν βάσει κανονισμού.
Δεν μπορείς να τα εξετάζεις όλα επί τη βάσει του δικού σου συμφέροντος.


γαία πυρί μειχθήτω
= (ας αναμειχθεί χώμα και φωτιά), ας γίνει ό,τι θέλει, ας γίνει ό,τι να' ναι, μου (σου, του,...) είναι εντελώς αδιάφορο, αδιαφορώ (-είς, ...) πλήρως!
Ας κάνεις εσύ αυτό που θέλεις, και όσο για τους άλλους γαία πυρί μειχθήτω!


γνωστόν τοις πάσι,
τοις πάσι γνωστόν
= σε όλους γνωστό, πασίγνωστο (πας, παντός, παντί, πάντα, πας, πάντες, πάντων, πάσι, πάντας, πάντες)
Αυτό που λες είναι γνωστόν τοις πάσι.


γυναιξί 
= στις γυναίκες
Γυναιξί κόσμον η σιγή φέρει = Η σιωπή είναι στολίδι στις γυναίκες (Σοφοκλής).
Βλέπε και: συν γυναιξί και τέκνοις


δαπάνη,
δαπάναις
= με δαπάνη, με δαπάνες, με έξοδα
Η διανυκτέρευση των επιβατών σε ξενοδοχείο έγινε δαπάναις της Ολυμπιακής


δημοσία
= δημοσίως
Το να είσαι φοροφυγάς δεν είναι και κατόρθωμα για να το δηλώνεις δημοσία...


δημοσία δαπάνη
= με δημόσια δαπάνη, με έξοδα του δημοσίου
Η κηδεία του μεγάλου ποιητή έγινε δημοσία δαπάνη


δικηγόρος παρ'  Αρείω Πάγω
= δικηγόρος στον Άρειο Πάγο
Είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω


δόξα πατρί
= δόξα στον πατέρα (Θεό)
δοξα πατρί = μέτωπο
1) Δόξα πατρί και υιώ και αγίω πνεύματι = Δόξα στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα (από τη θεία λειτουργία)
2) Έφαγε μια γροθιά στο δοξα πατρί και είδε τον ουρανό σφοντύλι!.


δόξα σοι
= δόξα σε σένα
1) Δόξα σοι Κύριε δόξα σοι = Δόξα σε σένα Κύριε δόξα σε σένα
2) Δόξα σοι ο Θεός = (Δόξα σε σένα Θεέ), δόξα νά ‘χει ο Θεός, δόξα τω Θεώ
3) Δόξα σοι τω δείξαντι το φως = Δόξα σε σένα που έδειξες το φως
(από τη θεία λειτουργία)


δόξα τω Θεώ
= δόξα να έχει ο Θεός
Δόξα τω Θεώ είμαστε όλοι καλά.


δος ημίν σήμερον
= δώσε μας σήμερα (Από την Κυριακή προσευχή)
τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον = δώσε μας το ψωμί το καθημερινό.


δυνάμει
= σύμφωνα με
Ο πολίτης έχει αυτό το δικαίωμα δυνάμει του νόμου (= όπως απορρέει από την ισχύ του νόμου).


δυνάμει, εν δυνάμει
= δυνητικός, δυνητικά 
Κάθε πολίτης είναι (εν) δυνάμει μέλος της Ενωσης Καταναλωτών


ειρήνη υμίν
= (ειρήνη σε σας, φράση του Ευαγγελίου) = σταματήστε να τσακώνεστε ή να διαφωνείτε.
Παιδιά σταματήστε! Ειρήνη υμίν!


Ειρήσθω εν παρόδω
εν παρόδω = (σε πάροδο) = σε παρένθεση, παρενθετικά
Ειρήσθω εν παρόδω (= ας λεχθεί παρενθετικά).
Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο περί ου ο λόγος είναι και μέλος του κόμματος. (είρημαι: παθητικός παρακείμενος του λέγω, προστακτική: είρησο, ειρήσθω, ...)


έκαστος εφ' ω ετάχθη
= Ο καθένας (εκεί όπου παρατάχθηκε) πρέπει να κάνει αυτό που ανέλαβε (ή αυτό που έχει χρέος να κάνει)
- Γιώργο, απορώ πώς τα βγάζεις πέρα με ένα τέτοιο έργο. Εγώ θα τα παρατούσα αμέσως!..- Τι να κάνουμε φίλε μου, έκαστος εφ'ω ετάχθη.


ελαφρά τη καρδία
= χωρίς βάθος, χωρίς σοβαρή σκέψη, επιπόλαια
Πρέπει να αντιμετωπίζεις τις καταστάσεις με περίσκεψη και όχι ελαφρά τη καρδία


ελαφρά τη συνειδήσει
= με ελαφριά τη συνείδηση, χωρίς τύψεις
Τον απέλυσε έτσι απλά. Ελαφρά τη συνειδήσει.


ελέω Θεού
= με την ευσπλαχνία του Θεού, με τη χάρη του Θεού
Ο βασιλιάς βασιλεύει ελέω Θεού.


ελλείψει
= με έλλειψη, λόγω έλλειψης
Το έργο σταμάτησε ελλείψει κονδυλίων


εν (πλήρει) συγχύσει
= σε πλήρη σύγχυση
Συνάντησα έναν Κώστα εν πλήρει συγχύσει.


εν αγαστή συμπνοία
= με θαυμαστή συμφωνία
Στο τέλος, κομματικοί φίλοι κι αντίπαλοι, εν αγαστή συμπνοία, διασκέδασαν όλοι μαζί στο καφενείο του χωριού.


εν αγνοία
= (σε άγνοια) = χωρίς γνώση
Ολα έγιναν εν αγνοία μου


εν αδίκω
εν δικαίω
= σε άδικο
= σε δίκαιο
Είμαι εν αδίκω = έχω άδικο. Είμαι εν δικαίω = έχω δίκιο
Έχω τη γνώμη ότι αυτή τη φορά εσύ είσαι εν αδίκω.


εν αμύνη
= σε άμυνα
Πυροβόλησε εν αμύνη.


εν αμφιβόλω
= σε αμφιβολία
Θέτω εν αμφιβόλω τους ισχυρισμούς σου (ΑΕ: τίθεμαι ες αμφίβολον).


εν ανάγκη
= στην ανάγκη, αν χρειαστεί
Κλείνουμε τώρα μια συγκεκριμένη ημερομηνία και εν ανάγκη την αλλάζουμε.


εν αναμονή
= σε αναμονή, αναμένοντας, περιμένοντας
Είμαστε εν αναμονή εξελίξεων = Αναμένουμε εξελίξεις


εν αφθονία
= σε αφθονία, αφθόνως, άφθονος

Στο περιβόλι υπάρχουν φρούτα εν αφθονία.


εν αντιθέσει (προς)
= σε αντίθεση (με)
Ο Γιώργος είχε αντιρρήσεις, εν αντιθέσει προς εμένα που συμφώνησα απόλυτα.


εν φάσει
= σε φάση, με την ίδια φάση (στην Κυματική για κύματα και στην Ηλεκτρονική για σήματα)
Κατά τη συμβολή δυο καθαροτονικών ηχητικών κυμάτων έχουμε ενίσχυση όταν αυτά είναι εν φάσει.


εν απαρτία
= σε απαρτία = με αριθμό παρόντων ίσο ή μεγαλύτερο από εκείνον που απαιτείται κατ' ελάχιστον για τη λήψη έγκυρης απόφασης (σε συνέλευση ενός οργάνου)


εν αποστρατεία
= σε αποστρατεία, απόστρατος
Είναι στρατηγός εν αποστρατεία.


εν αποσυνθέσει
= σε αποσύνθεση
Βρέθηκε ένα πτώμα εν αποσυνθέσει


εν απουσία
= κατά την απουσία
Η όλη ενέργεια εξελίχθηκε εν απουσία μου.


εν αρχή
εν τέλει, εντέλει
= στην αρχή, καταρχήν, καταρχάς
Εν αρχή ην ο λόγος ... (από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο)
«Εν αρχή, λοιπόν, το ανθρώπινο δυναμικό...» (ΒΗΜΑ/Τουρισμός/Β11, Κυριακή 19-5-02).
Εν τέλει, αποδέχθηκε την ήττα του. Εντέλει, θά ‘ρθεις ή όχι;


εν αταξία
εν τάξει, εντάξει
= σε αταξία, όχι σωστά ή κανονικά
= σε τάξη, σωστά, κανονικά
Εγώ είμαι εντάξει. Αυτός που είναι εν αταξία είσαι εσύ.


εν αχρηστία,
εν χρήσει
= σε αχρηστία
= σε χρήση

Η μέθοδος αυτή έχει, πλέον, περιπέσει σε αχρηστία.


εν βρασμώ ψυχής
= σε ψυχική ταραχή, σε σύγχυση
Διέπραξε το έγκλημα εν βρασμώ ψυχής.


εν γένει
= γενικά
Ο καιρός της Αττικής είναι, εν γένει, αίθριος.


εν γνώσει
= σε γνώση, γνώστης, ξέροντας, γνωρίζοντας
Είμαι εν γνώσει των συνεπειών των ενεργειών μου.


εν δήμω
= στο δήμο, δημοσίως
Τα εν οίκω μη εν δήμω = τα ενδοοικογενειακά μην τα κοινολογείς {μην τα κάνεις βούκινο}!


εν διαστάσει
= σε διάσταση, σε διακοπή της συμβίωσης
Το ζεύγος θα είναι εν διαστάσει ώσπου να βγει το διαζύγιο.


εν διεγέρσει
εν ηρεμία
= σε διέγερση, ενεργός
= σε ηρεμία, ανενεργός
 
Ο ηλεκτρονόμος (ή ρωστήρας) είναι ρυθμιστική ηλεκτρονική διάταξη που μπορεί να είναι εν ηρεμία ή εν διεγέρσει, ανάλογα με το αν διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα ή όχι. Ηφαίστειο εν ηρεμία.


εν δικαίω
εν αδίκω
= σε δίκαιο
= σε άδικο
Είμαι εν αδίκω = έχω άδικο. Είμαι εν δικαίω = έχω δίκιο.
Το δικαστήριο θα κρίνει ποιος είναι εν δικαίω και ποιος εν αδίκω.


εν διωγμώ
= σε διωγμό, σε καταδίωξη
Ευνοούνταν μόνο οι ομοϊδεάτες του? όλοι οι υπόλοιποι ήταν εν διωγμώ.


εν δράσει
= σε δράση, ενεργός
Ολη η ομάδα εν δράσει!


εν δυνάμει,δυνάμει
= δυνητικός, δυνητικά 
Κάθε πολίτης είναι (εν) δυνάμει μέλος της Ενωσης Καταναλωτών


εν εγρηγόρσει εν υπνώσει,
 
= στον ξύπνο, ξυπνητά
= σε ύπνωση, στον ύπνο, υπνωτισμένα
Εν υπνώσει αποκαλύπτονται περισσότερα από όσα εν εγρηγόρσει


εν είδει
= με τη μορφή, σαν, ως (είδος=μορφή)
Η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο εν είδει στρόβου (= σαν σβούρα)


εν ειρήνη
= σε ειρήνη, ειρηνικά, με ειρήνη
Πορεύου εν ειρήνη = προχώρα ειρηνικά, πήγαινε με γαλήνη στην ψυχή (από το Ευαγγέλιο)


εν εκκλησίαις
= σε εκκλησίες, σε συναθροίσεις
Εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν (από τη Θεία λειτουργία).


εν εκτάσει,
εν περιλήψει
= σε έκταση, εκτεταμένα
= σε περίληψη, περιληπτικά
Στην έκθεση περιγράφεται το συμβάν καταρχήν εν περιλήψει και στη συνέχεια εν εκτάσει


εν Ελλάδι
= στην Ελλάδα


εν εναντία περιπτώσει
= σε ενάντια περίπτωση, σε αντίθετη περίπτωση, αντιθέτως
Εν εναντία περιπτώσει, θα έχουμε σύγκρουση


εν ενεργεία
= σε ενεργό υπηρεσία {όχι σε παύση, όχι σε σύνταξη}
Είναι ακόμα εν ενεργεία, ενώ εγώ πήρα σύνταξη


εν ενί λόγω
= με μια λέξη, συνοπτικά
Εν ενί λόγω, αποτυχία.


εν ενί στόματι
= με ένα στόμα, όλοι μαζί
Απάντησαν ταυτόχρονα εν ενί στόματι.


εν εξάλλω καταστάσει
= σε έξαλλη κατάσταση, έξαλλος, έξω φρενών
Είδα έναν Πέτρο εν εξάλλω καταστάσει, με το ζόρι τον κρατούσαν να μην ορμήσει και τα κάνει όλα γυαλιά καρφιά.


εν εξάρσει
= σε έξαρση, σε έντονη κλιμάκωση, σε φούντωμα
Ο εθνικισμός και η ξενοφοβία είναι εν εξάρσει και σήμερα.


εν εξελίξει
= σε εξέλιξη
Το φαινόμενο είναι ακόμα εν εξελίξει.


εν εσχάτη ανάγκη
= σε έσχατη ανάγκη, σε τελευταία ανάγκη


εν εσχάτη περιπτώσει
= σε έσχατη περίπτωση, σε τελευταία περίπτωση


εν έτει
= στο έτος, τη χρονιά
Εν έτει 2002 γίνονται τέτοια πράγματα!


εν ευθέτω χρόνω
= (σε εύθετο χρόνο) = σε κατάλληλο χρόνο, αργότερα
Θα ασχοληθούμε και με αυτό εν ευθέτω χρόνω


εν ευθυμία
= σε ευθυμία
Όταν πήγα εγώ, η παρέα ήδη τελούσε εν ευθυμία.


εν εφεδρεία
= σε εφεδρεία
Μετά την απόλυσή του ο στρατιώτης τελεί εν εφεδρεία για πολλά χρόνια, η κατάσταση της οποίας ενδεικνύεται από το χρώμα του απολυτηρίου του.


εν ζωή
= στη ζωή, όντας ζωντανός
Είναι εφτά αδέρφια, όλα εν ζωή.
Έκαμε το κτήμα δωρεά εν ζωή στα παιδιά του


εν η περιπτώσει, εν περιπτώσει
= σε περίπτωση που, αν τύχει και, αν συμβεί να
Εν η περιπτώσει εμφανιστεί ο Γιώργος, τί κάνουμε;


εν ηρεμία
εν διεγέρσει
= σε ηρεμία, ανενεργός
= σε διέγερση
Ο ηλεκτρονόμος (ή ρωστήρας) είναι ρυθμιστική ηλεκτρονική διάταξη που μπορεί να είναι εν ηρεμία ή εν διεγέρσει, ανάλογα με το αν διαρρέεται από ηλεκτρικό ρεύμα ή όχι. Ηφαίστειο εν ηρεμία.


εν θαλάσση
= στη θάλασσα


εν θερμώ
εν ψυχρώ
= σε θερμή κατάσταση (με παροχή θερμότητας)
= σε έξαψη (όχι ψύχραιμα) 
= ψύχραιμα και χωρίς κανένα δισταγμό
= σε ψυχρή κατάσταση
Αντίδραση με θειικό οξύ εν θερμώ.
Μην παίρνεις ποτέ αποφάσεις εν θερμώ.
Τον εκτέλεσε εν ψυχρώ.


εν ισχύι
= σε ισχύ, σε εφαρμογή, ισχύων (ισχύουσα, ισχύον)
Κάθε κοινοτικό νομοθέτημα τίθεται επίσημα εν ισχύι σε κάθε κράτος μέλος (της Ευρωπαϊκής Ένωσης), με την έκδοση αντίστοιχου εναρμονιστικού εθνικού νομοθετήματος.
Το εν ισχύι νομικό καθεστώς (= το ισχύον νομικό καθεστώς).


εν καιρώ
= αργότερα, κάποτε (στο μέλλον)
Θα τα πούμε εν καιρώ.


εν καιρώ ειρήνης,
εν καιρώ πολέμου
= σε καιρό ειρήνης, σε περίοδο ειρήνης, στην ειρήνη
= σε καιρό πολέμου, σε περίοδο πολέμου, στον πόλεμο.


εν καιρώ τω δέοντι
= όταν θα έρθει η κατάλληλη στιγμή
Το ζήτημα που έθεσες θα συζητηθεί εν καιρώ τω δέοντι.


εν καταδύσει
= σε κατάδυση, βυθισμένος
Το υποβρύχιο διάσχισε τη διώρυγα εν καταδύσει.


εν κατακλείδι
= τελειώνοντας, κλείνοντας
(κατακλείδα = τελευταίο μέρος του λόγου, επίλογος)
Εν κατακλείδι, όπως έχουν τα πράγματα, η λύση είναι δύσκολη.


εν κενώ
= σε κενό (αέρος), απουσία αέρος
= χωρίς φορτίο, χωρίς φόρτο (τεχνολογία)
Ηλεκτρική εκκένωση εν κενώ.
Η μηχανή κάνει περισσότερο θόρυβο όταν λειτουργεί υπό φορτίο από όσον όταν λειτουργεί εν κενώ.


εν κινδύνω
= σε κίνδυνο, κινδυνεύοντας
θέτω εν κινδύνω = θέτω σε κίνδυνο, διακινδυνεύω
Όχι μόνο η φύση, αλλά και η ανθρώπινη φύση σήμερα είναι εν κινδύνω.
Με αυτόν τον τρόπο θέτεις εν κινδύνω τη σωματική σου ακεραιότητα.


εν κινήσει
= σε κίνηση
Δεν πρέπει να μετακινούνται οι επιβάτες όταν το όχημα είναι ενκινήσει.


εν κρυπτώ
= κρυφά, στα κρυφά
εν κρυπτώ και παραβύστω = απόκρυφα και μυστικά (παράβυστος = απόμερος, απόκρυφος, μυστικός)
Ούτε που το πήρε κανένας είδηση. Όλα έγιναν εν κρυπτώ και παραβύστω.


εν λειτουργία
= σε λειτουργία
Όλος ο εξοπλισμός είναι εν λειτουργία.


εν λευκώ
= (με λευκή - ανύπαρκτη - δέσμευση) = ελεύθερα, χωρίς κανέναν περιορισμό, χωρίς όρους
Σε εξουσιοδοτώ εν λευκώ να χειριστείς το θέμα όπως νομίζεις


εν λόγω
= ο περί ου ο λόγος, ο υπόψη
ο εν λόγω υπάλληλος είναι σε κανονική άδεια


εν μέρει
εν όλω,
εν συνόλω,
εν τω συνόλω
= ως μέρος, μερικώς
= ως σύνολο, συνολικά
Πρέπει να αντικατασταθεί η Ομάδα, εν όλω ή εν μέρει.
Έχεις εν μέρει δίκιο.


εν μέση οδώ
= στη μέση του δρόμου, καταμεσής του δρόμου


εν μέσω, εν τω μέσω
= στη μέση, ανάμεσα σε, μέσα σε, περιστοιχιζόμενος από
Με τέτοιο πόλεμο που του έκαναν αισθανόταν σαν πρόβατο εν μέσω λύκων. κατέβηκε από το αεροπλάνο και προχώρησε εν μέσω επευφημιών και χειροκροτημάτων. Χαιρέτησε εν μέσω ζητωκραυγών. Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός (τροπάριο).


εν μέτρω
= με μέτρο, με περίσκεψη, λελογισμένως
Παρακαλώ, όλες οι εκδηλώσεις σας να είναι εν μέτρω? χωρίς τυμπανοκρουσίες και υπερβολές.


εν μιά νυκτί
= μέσα σε μια νύχτα, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα
άλλαξε γνώμη εν μιά νυκτί (Σχόλιο: το «μιά» παίρνει τόνο γιατί είναι δισύλλαβο)


εν οίκω
= μέσα στο σπίτι, στο σπίτι
Τα εν οίκω μη εν δήμω.= τα ενδοοικογενειακά μην τα κοινολογείς {μην τα κάνεις βούκινο}!


εν ολίγοις
= με λίγα λόγια
Εν ολίγοις, αυτά είχα να πω.


εν όλω
εν μέρει
= ως σύνολο, συνολικά
= ως μέρος, μερικώς
Πρέπει να αντικατασταθεί η Ομάδα, εν όλω ή εν μέρει.
Έχεις εν μέρει δίκιο.


εν ομονοία
= με ομόνοια, μονοιασμένοι, με συμφιλίωση, συμφιλιωμένοι
Οι διαλεγόμενοι συζητούσαν ήρεμα εν ομονοία και συναινέσει.


εν ονόματι
= στο όνομα, βάσει, δυνάμει
Εν ονόματι του νόμου, ανοίξτε!


ενόσω =ενόσω 
= εφόσον, για όσο
Ενόσω ήσουν εσύ παρών, δεν είχα πρόβλημα.


εν ουδεμιά περιπτώσει
= σε καμιά περίπτωση δεν, ποτέ δεν
Μην το συζητάς. Εν ουδεμιά περιπτώσει θα υποκύψω


εν όψει
= εν αναμονή, σε αναμονή, περιμένοντας
= σε θέση ορατότητας
Γυαλίσαμε το σύμπαν εν όψει της επιθεώρησης του στρατηγού.
Εχθρός εν όψει !


εν παντί καιρώ,
εν πάση ώρα
= οποτεδήποτε


εν παραλλήλω,
εν σειρά
= παράλληλα
= σε σειρά
(τρόπος σύνδεσης ηλεκτρονικών εξαρτημάτων ή διατάξεων, σε μεταξύ τους σχέση ή σε σχέση με άλλα στοιχεία ενός ηλεκτρικού/ηλεκτρονικού κυκλώματος)
Σύνδεση αντιστάσεων εν παραλλήλω {μεταξύ τους}. Σύνδεση αμπερομέτρου εν σειρά {με πηγή ή άλλο στοιχείο σε κλάδο κυκλώματος}


εν παρόδω
= (σε πάροδο) = σε παρένθεση, παρενθετικά
Ειρήσθω εν παρόδω (= ας λεχθεί παρενθετικά). Ειρήσθω εν παρόδω ότι ο περι ου ο λόγος είναι και μέλος του κόμματος. (είρημαι: παθητικός παρακείμενος του λέγω, προστακτική: είρησο, ειρήσθω, ...)


εν πάση περιπτώσει
= τέλος πάντων, ό,τι κι αν γίνει, πάντως 
Εν πάση περιπτώσει, είναι δικαίωμά σου να έχεις τη γνώμη σου.


εν περιλήψει,εν εκτάσει
= σε περίληψη, περιληπτικά
= σε έκταση, εκτεταμένα
Στην έκθεση περιγράφεται το συμβάν καταρχήν εν περιλήψει και στη συνέχεια εν εκτάσει


εν πλω
= κατά τον πλου, κατά τη διάρκεια της πλεύσης, πλέοντας
Εν πλω προς Περαιά = Πλέοντας προς τον Πειραιά. Το συμβάν έγινε εν πλω.
Εν πλω, 21 Μαρτίου 2002 = Όντας σε πλοίο, 21 Μαρτίου 2002 (σε επιστολή).


εν πνεύματι
= με πνεύμα, πνευματικά
Πνεύμα ο Θεός και τοις προσκυνούσιν Αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν (από το Ευαγγέλιο).


εν πολλαίς αμαρτίαις
= (σε πολλές αμαρτίες)
Θεωρείται από πολλούς ως εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή (λέγεται ως παραλληλισμός προς την Μαγδαληνή για να υποδηλώσει «μετανοημένον άνθρωπο», ανάλογο προς το «μετανοούσα Μαγδαληνή»)


εν πολλοίς
= ανάμεσα σε πολλά (άλλα)
Εν πολλοίς, συνέβη και ένα ατύχημα.


εν προκειμένω
= επί του προκειμένου = σχετικά με αυτό που λέμε, σχετικά με το θέμα μας
Εν προκειμένω, ποια είναι η γνώμη σου;


εν πρώτοις
= πρώτα-πρώτα, καταρχήν, καταρχάς
Εν πρώτοις, εγώ δεν μίλησα σε σένα!


εν πτήσει
= κατά τη διάρκεια πτήσης, πετώντας
Γευματίσαμε δύο φορές εν πτήσει ώσπου να φτάσουμε στην Αθήνα.
«Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές ο ίδιος ο υπουργός ήταν εν πτήσει προς τη Λευκωσία...» (ΒΗΜΑ/Τουρισμός/Β11, Κυριακή 19-5-02)


εν ριπή οφθαλμού
= (με το ρίξιμο του βλέμματος, σε μια ματιά) = αστραπιαία
Αντέδρασε εν ριπή οφθαλμού


εν σειρά,
εν παραλλήλω
= σε σειρά
= παράλληλα
(τρόπος σύνδεσης ηλεκτρονικών εξαρτημάτων ή διατάξεων, σε μεταξύ τους σχέση ή σε σχέση με άλλα στοιχεία ενός ηλεκτρικού/ηλεκτρονικού κυκλώματος)
Σύνδεση αντιστάσεων εν σειρά. Σύνδεση βολτομέτρου εν παραλλήλω


εν σοφία
= με σοφία, σοφά
(Ο Θεός) πάντα εν σοφία εποίησε = (ο Θεός) κατασκεύασε σοφά τα πάντα.


εν σπέρματι
= σε σπέρμα, ως σπέρμα, ως σπόρος, σε αρχικό στάδιο
Υπάρχει εν σπέρματι η αμφιβολία στην όλη υπόθεση, άσχετα από το ποια τροπή θα πάρει. 


εν σπουδή
= (σε σπουδή, βιασύνη) = βιαστικά, γρήγορα-γρήγορα, μάνι-μάνι
Αποκρίθηκε εν σπουδή, σαν να τον κυνηγούσαν


εν στάσει
= (σε στάση) = σταματημένος, στάσιμος
Το ένα από τα αυτοκίνητα που συγκρούστηκαν ήταν εν στάσει


εν στενώ κύκλω
εν κλειστώ κύκλω
= σε στενό κύκλο, σε κλειστό κύκλο, σε περιορισμένο αριθμό ανθρώπων
Ο γάμος τους έγινε εν στενώ οικογενειακώ κύκλω.


εν στολή
= με στολή, ένστολος
Ήταν εκεί τρεις αξιωματικοί εν στολή και δυο άλλοι με πολιτικά


εν στύσει
= σε στύση
Ο φαλλός ήταν ομοίωμα ανδρικού γεννητικού μορίου εν στύσει και αποτελούσε σύμβολο της γονιμότητας.


εν συγκρίσει με,
εν συγκρίσει προς
= σε σύγκριση με
Όταν το α είναι πολύ μεγαλύτερο εν συγκρίσει με το β το πηλίκο β/α είναι πρακτικά αμελητέα ποσότητα.


εν συμπεράσματι
= (σε συμπέρασμα) = συμπερασματικά


εν συνδυασμώ
= σε συνδυασμό, σε σύνδεση 
Το γραπτό του εν συνδυασμώ και με την προφορική του απόδοση δείχνει πολύ συγκροτημένο μαθητή.


εν συνεχεία
= στη συνέχεια, αμέσως μετά 
Εν συνεχεία, εκφωνήθηκε ο πανηγυρικός της ημέρας


εν συνόλω,
εν τω συνόλω
= σε σύνολο, ως σύνολο, συνολικά
Εν τω συνόλω του το βιβλίο ήταν πολύ ενδιαφέρον.


εν συνόψει
= σε περίληψη, συνοπτικά, περιληπτικά, συνοψίζοντας
Εν συνόψει, η υπόθεση ήταν φιάσκο.


εν συντομία
= (σε συντομία) = σύντομα (= με σύντομο τρόπο)
Η όλη περιγραφή έγινε εν συντομία


εν σχέσει
= σε σχέση
Εσύ έχεις πολύ λιγότερες υποχρεώσεις εν σχέσει με εμένα.


εν σώματι
= (σαν ένα σώμα) = σύσσωμα, όλοι μαζί, σύσσωμος
Ολόκληρο το ΔΣ πήγε εν σώματι στο Υπουργείο.
Τον υποδέχτηκε το Υπουργικό Συμβούλιο εν σώματι.


εν τάξει, εντάξει
εν αταξία
= (στην τάξη) = τακτοποιημένος, σωστός, κανονικός (επίθ. και επίρρ.)
= σε αταξία, όχι σωστά ή κανονικά
Εγώ είμαι εντάξει. Αυτός που είναι εν αταξία είσαι εσύ.


εν ταυτώ
= και τα δύο μαζί (σε ένα)


εν τάφω
= στον τάφο, στο μνήμα
Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ...= Εσύ που είσαι η ζωή σε τάφο τοποθετήθηκες, Χριστέ ... (από τη λειτουργία των Παθών)


εν τάχει
= (στα) γρήγορα, ταχέως
Πες ό,τι έχεις να πεις εν τάχει


εν τέλει, εντέλει
εν αρχή
= στο τέλος, τελικά ή για να τελειώνουμε
= στην αρχή 
Εν τέλει, αποδέχθηκε την ήττα του. Εντέλει, θά ‘ρθεις ή όχι;
Εν αρχή ην ο λόγος = στην αρχή υπήρχε ο λόγος (από το Ευαγγέλιο)


εν τελευταία αναλύσει
= σε τελευταία ανάλυση, τέλος πάντων, για να τελειώνουμε
Εν τελευταία αναλύσει, η ευθύνη είναι δική σου.


εν τη απουσία
εν απουσία
= κατά την απουσία
Η όλη ενέργεια εξελίχθηκε εν τη απουσία μου.


εν τη γενέσει
= (κατά την γένεση) = στη φάση της δημιουργίας
βλέπε και εν τω γεννάσθαι
Το κίνημα καταπνίγηκε εν τη γενέσει του.
εν τη ενώσει η ισχύς
= (στην ένωση η δύναμη) = ενωμένοι είμαστε πιοδυνατοί
εν τη Ιουδαία
= στην Ιουδαία
Γνωστός εν τη Ιουδαία ο Θεός (Ψαλμ. 75.1) . Η φράση χρησιμοποιείται μεταφορικά με την έννοια της ειρωνικής φράσης κομίζεις γλαύκα εις Αθήνας = τώρα κάτι μας είπες ή και με την έννοια της φράσης έχουν γνώση οι φύλακες
εν τη παλάμη
= (στην παλάμη) = στο χέρι
Τα θέλει εν τη παλάμη
εν τη πράξει,
εν τοις πράγμασι
= στην πράξη
Όταν μιλά κανείς θεωρητικά έχει πολλούς βαθμούς ελευθερίας, εν τοις πράγμασι, όμως, η θεωρία 
εν τη ρύμη του λόγου
= (στη ροή του λόγου) = πάνω στη φόρα της κουβέντας
Εν τη ρύμη του λόγου λέγονται και λόγια που με δεύτερη σκέψη δεν θα λέγονταν.
εν τιμή
= σε τιμή, με τιμή
εν τοιαύτη περιπτώσει
= (σε τέτοια περίπτωση) = αφού είναι έτσι (τα πράγματα)
Εν τοιαύτη περιπτώσει, εγώ παραιτούμαι!
εν τοις μνήμασι
= μέσα στα μνήματα, μέσα στους τάφους (από το τροπάριο «Χριστός ανέστη»)
Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοι εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος (= ο Χριστός σηκώθηκε από τους νεκρούς αφού νίκησε το θάνατο με θάνατο και αφού χάρισε ζωή σ' αυτούς που ήταν μέσα στα μνήματα).
εν τοις ουρανοίς
= στους ουρανούς (από την Κυριακή προσευχή)
ο εν τοις ουρανοίς = αυτός που κατοικεί στους ουρανούς.
εν τοις υψίστοις
= στα ύψη, στα ύψιστα σημεία, στον ύψιστο
Ωσαννά ο εν τοις υψίστοις = Δόξα στον ύψιστο (= στο Θεό) 
εν τόπω χλοερώ
= σε τόπο χλοερό (= χλωρό, πράσινο, γεμάτο χλόη)(από τη νεκρώσιμη ακολουθία)
Ειρωνικά: Αυτό θα συμβεί όταν εμείς θα είμαστε εν τόπω χλοερώ(= όταν θα έχουμε πεθάνει)
εν τούτοις
= όμως, παρ΄όλα αυτά
Δεν είναι πολύ ωραία. Εν τούτοις, έχει πολλούς θαυμαστές
εν τούτω νίκα
= με αυτό να νικήσεις
εν τω άμα και το θάμα
= στο άψε σβήσε, ταχύτατα, στη στιγμή
Τι είσαι εσύ! Εν τω άμα και το θάμα! Ούτε στιγμή δεν καθυστέρησες
εν τω γεννάσθαι
= (κατά την γέννηση) = στη φάση της γέννησης,στη φάση της δημιουργίας
λατινικό: in statu nascendi
βλέπε και εν τη γενέσει
Στη χημεία: Οξυγόνο εν τω γεννάσθαι (ατομικό οξυγόνο από τη διάσπαση μοριακού οξυγόνου ή όζοντος)
εν τω μέσω, εν μέσω
= μεταξύ, ανάμεσα σε
Χαιρέτησε εν μέσω ζητωκραυγών. 
εν τω μεταξύ
= στο μεταξύ χρονικό διάστημα, στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, μεσολαβεί ή θα μεσολαβήσει
Ο Γιώργος θα αργήσει λίγο. Εν τω μεταξύ, εμείς μπορούμε να τακτοποιήσουμε λίγο το χώρο.
εν υπηρεσία
= σε υπηρεσία, σε ώρα υπηρεσίας
(βλέπε και «παθών εν υπηρεσία»)
Ο αστυνομικός όταν είναι εν υπηρεσία πρέπει να φορά στολή.
εν υπνώσει,
εν εγρηγόρσει
= σε ύπνωση, στον ύπνο, υπνωτισμένα
= σε εγρήγορση, στον ξύπνο, ξυπνητά
Εν υπνώσει αποκαλύπτονται περισσότερα από όσα εν εγρηγόρσει
εν φάσει
εν αντιθέσει φάσεως
= σε φάση, με την ίδια φάση (στην Κυματική για κύματα και στην Ηλεκτρονική για σήματα)
= σε αντίθεση φάσης, με αντίθετη φάση
Κατά τη συμβολή δυο καθαροτονικών ηχητικών κυμάτων έχουμε ενίσχυση όταν αυτά είναι εν φάσει και εξασθένηση όταν αυτά είναι εν αντιθέσει φάσεως.
εν χορδαίς και οργάνοις,
εν χορδαίς και οργάνω
= [με χορδές και όργανα -Ψαλμ. 150.4 - (εκκλησιαστικό.όργανον= εκκλησιαστικό όργανο, με αυλούς και πλήκτρα)] = με τυμπανοκρουσίες,με θορυβώδεις και επιδεικτικές εκδηλώσεις
Τον υποδέχτηκαν εν χορδαίς και οργάνοις.
εν χορώ
= (σε χορό) = όλοι μαζί (όπως ο χορός στο αρχαίο θέατρο)
Θέλετε σοκολάτες; «Θέλουμε!» απάντησαν εν χορώ.
εν χρήσει,
εν αχρηστία
= σε χρήση
= σε αχρηστία
Όταν ένας όρος είναι ήδη σε ευρεία χρήση δεν μπορείς εύκολα να τον αγνοήσεις.
εν Χριστώ
= με τον Χριστό, χριστιανικά
Ζει εν Χριστώ. Οι χριστιανοί είναι αδελφοί εν Χριστώ.
εν ψαλτηρίω και κιθάρα
= με ψαλτήριο και κιθάρα (εκκλησιαστικό.ψαλτήριον= έγχορδο μουσικό όργανο)
Αινείτε τον Κύριον εν ψαλτηρίω και κιθάρα.
εν ψυχρώ,
εν θερμώ
= ψύχραιμα και χωρίς κανένα δισταγμό
= σε ψυχρή κατάσταση (χωρίς παροχή θερμότητας)
= σε θερμή κατάσταση (με παροχή θερμότητας)
= σε έξαψη (όχι ψύχραιμα) 
Αντίδραση με θειικό οξύ εν θερμώ.
Μην παίρνεις ποτέ αποφάσεις εν θερμώ.
Τον εκτέλεσε εν ψυχρώ.
εν ώρα ανάγκης
= σε ώρα ανάγκης, αν χρειαστεί
άμα έχεις κάτι στην άκρη, μπορείς το χρησιμοποιήσεις εν ώρα ανάγκης.
ενόσω
(= εν όσω)
= εφόσον, για όσο
Ενόσω ήσουν εσύ παρών, δεν είχα πρόβλημα.
εντάξει, εν τάξει
= (στην τάξη) = τακτοποιημένος, σωστός (επίθ. και επίρρ.)
Όλα είναι εντάξει
εντέλει, εν τέλει
= στο τέλος, τελικά ή για να τελειώνουμε
Εν τέλει, αποδέχθηκε την ήττα του. Εντέλει, θά ‘ρθεις ή όχι;
εντολή άνωθεν, 
άνωθεν εντολή
= (με εντολή από πάνω), με εντολή από ψηλότερο βαθμό της ιεραρχίας
Δεν ήταν δική του πρωτοβουλία? ο συγκεκριμένος τρόπος χειρισμού ήταν άνωθεν εντολή.
ενώ
= 1. εν ω (χρόνω), καθ' ον χρόνον, όταν, καθώς. Ενώ μιλούσε απομακρυνόταν. 2.μολονότι
 Έκαμα την εργασία ενώ δεν είχα καμιά διάθεση
ενώπιος ενωπίω
= αντιμέτωπα, σε αντιπαράσταση
Θα τα πούμε κάποια στιγμή ενώπιος ενωπίω
εξαιρέσει
= με εξαίρεση (+γεν, +αιτ.), εξαιρουμένου (+γεν.)
Εξαιρέσει του Γιώργου (= με εξαίρεση τον Γιώργο), όλοι οι άλλοι συμφώνησαν.
Τα ονόματα όλων ακούστηκαν, εξαιρέσει του Γιώργου (=με εξαίρεση του Γιώργου).
επ' αγαθώ
= για το καλό, προς όφελος
Οι πράξεις του επιστήμονα πρέπει να γίνονται επ' αγαθώ της κοινωνίας
επ' ακροατηρίω
= ενώπιον ακροατηρίου
Μια δίκη μπορεί να γίνει επ' ακροατηρίω, αλλά μπορεί να γίνει και κεκλεισμένων των θυρών 
επ' αμοιβή
= με αμοιβή (όχι δωρεάν)
Ο φοροτεχνικός παρέχει υπηρεσίες επ' αμοιβή
επ' ανδραγαθία
= για ανδραγαθία, για ηρωισμό
Όχι μόνο υπηρέτησε στην πρώτη γραμμή, αλλά τον παρασημοφόρησαν κιόλας επ' ανδραγαθία
επ' αντικαταβολή
επί αντικαταβολή
= με αντικαταβολή (χρηματικού ποσού)
Αποστολή εμπορεύματος επ' αντικαταβολή = αποστολή εμπορεύματος για το οποίο ο παραλήπτης πριν το παραλάβει θα καταβάλει τη χρηματική αξία του
επ' απειλή,
επί τη απειλή
= λόγω του κινδύνου, για τον κίνδυνο
Το να μην κάνεις το κακό επ' απειλή τιμωρίας δεν αποτελεί γνήσια καλοσύνη.
επ' άρτω
= με άρτον, με ψωμί, με υλικά αγαθά
Ουκ επ' άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος = Δεν μπορεί να ζήσει μόνο με ψωμί ο άνθρωπος, ο άνθρωπος εκτός από τις βιοτικές ανάγκες έχει και πνευματικές (από το Ευαγγέλιο)
επ' αυτοφώρω
= τη στιγμή του αδικήματος/εγκλήματος/παραπτώματος
Συνελήφθη επ' αυτοφώρω να αντιγράφει από την κόλλα του διπλανού του.
επ' ενεχύρω
= με ενέχυρο
Χορηγούνται δάνεια επ' ενεχύρω.
επ' εσχάτοις
= εσχάτως, τελευταίως
επ' ευκαιρία
επί τη ευκαιρία
= με αφορμή, εκμεταλλευόμενος την περίσταση
= αλήθεια, μιας και τό ‘φερε η κουβέντα
Επ' ευκαιρία της συνάντησης κάναμε και μιαβόλτα στην πλατεία.
Επί τη ευκαιρία, πές μου τι έγινε με εκείνη την περίπτωση.
επ' ονόματι
= στο όνομα (κάποιου), με το όνομα (κάποιου)
Εκδόθηκαν πέντε ακάλυπτες επιταγές επ' ονόματί του.
επ' ουδενί (λόγω)
= για κανένα λόγο δεν, καθόλου δεν, με τίποτα δεν
Επ ουδενί ήθελε να με ακούσει
επ' ωφελεία
επί ζημία
= προς όφελος, για όφελος, επωφελής, ωφέλιμος
= προς ζημιά, για ζημιά, επιζήμιος
Όλη η ιστορία απέβη επ' ωφελεία του Γιάννη.
Η φύρα ενός προϊόντος είναι επί ζημία του μεταπωλητή.
επί αντικαταβολή
επ' αντικαταβολή
= με αντικαταβολή (χρηματικού ποσού)
Παράγγειλα τα βιβλία και τα πλήρωσα επί αντικαταβολή (=και τα πλήρωσα στο ταχυδρομείο ή στον ταχυδρόμο πριν τα παραλάβω).
επί αντιπαροχή
επ' αντιπαροχή
= με αντιπαροχή, με ανταπόδοση παροχής, με ανταπόδοση μέρους του οικοδομήματος αντί χρημάτων (για οικοδόμηση επί οικοπέδου)
Το κτίσιμο πολλών πολυκατοικιών της Αθήνας έγινε επί αντιπαροχή. Έτσι οι πρώην οικοπεδούχοι είναι σήμερα ιδιοκτήτες ενός ή περισσότερων διαμερισμάτων της αντίστοιχης πολυκατοικίας.
επί απιστία
= για απιστία, για το αδίκημα της απιστίας
Μετά την μεγάλη κατάχρηση που έγινε στον οργανισμό, ο οικονομικός διευθυντής διώκεται επί απιστία.
επί αποδείξει
= με απόδειξη, η παραλαβή πρέπει να γίνει με απόδειξη (χαρακτηρισμός εγγράφου ως προς τον τρόπο παράδοσης-παραλαβής του). 
Το έγγραφο είναι σίγουρο ότι έφτασε στον προορισμό του? η παραλαβή έγινε επί αποδείξει
επί εξυβρίσει
= για εξύβριση
Μη μου μιλάς εμένα έτσι, γιατί θα σε πάω μέσα επί εξυβρίσει!
επί επιστροφή
= με επιστροφή, με υποχρέωση επιστροφής
Όλα τα βιβλία μιας δανειστικής βιβλιοθήκης δίνονται στους αναγνώστες επί επιστροφή.
επί εσχάτη προδοσία
= για έσχατη προδοσία (εσχάτη προδοσία= η σοβαρότερη δυνατή προδοσία)
Καταδικάστηκε σε θάνατο επί εσχάτη προδοσία (π.χ. σε πόλεμο γιατί βοήθησε τον εχθρό).
επί θητεία
= με θητεία, για θητεία
Το ΔΣ της εταιρείας εκλέγεται επί τριετή θητεία.
επί θύραις
= (μπροστά στην πόρτα) = προ των πυλών,πολύ κοντά, επικείμενος
λατινικό: ante portas
Η κατάσταση είναι εκρηκτική. Η γενικευμένη σύρραξη είναι επί θύραις.
επί ίσοις όροις
= με ίσους όρους, ισότιμα
Πρέπει να συμμετέχουν όλοι επί ίσοις όροις
επί Κολωνώ
= στον Κολωνό (συνοικία της Αθήνας - αρχαίος δήμος)
Οιδίπους επί Κολωνώ {η γνωστή τραγωδία του Σοφοκλή}
επί κοντώ
= σε κοντάρι, με κοντάρι
Το άλμα επί κοντώ είναι θεαματικό άθλημα.
επί λέξει
= α) κατά λέξη, αυτολεξεί, με τις ίδιες ακριβώς λέξεις
β) λέξη προς λέξη, λεπτομερειακά
Είπε επί λέξει τα εξής
επί λόγω τιμής
λόγω τιμής,
= στο λόγο της τιμής μου
Λόγω τιμής, εγώ δεν ξέρω τίποτα !
Την αλήθεια σου λέω! Επί λόγω τιμής !
επί ματαίω
= για μάταιο πράγμα, για ασήμαντο πράγμα/λόγο/αιτία
Ου λήψει όνομα Κυρίου του Θεού σου επί ματαίω = Μη χρησιμοποιήσεις το όνομα του Κυρίου του Θεού σου για ασήμαντα πράγματα (η τρίτη από τις δέκα εντολές)
επί μέτρω
= με μέτρα, με μέτρηση, στα μέτρα
Ράβονται κουστούμια επί μέτρω.
επί μισθώ
= με μισθό, με μηνιαία αποζημίωση
Προσελήφθη επί μισθώ στο πολιτικό γραφείο του βουλευτή.
επί μοιχεία
= για μοιχεία, για το αδίκημα της μοιχείας
Μετά την αποδεδειγμένη συζυγική απιστία του, η γυναίκα του έκαμε αγωγή διαζυγίου επί μοιχεία.
επί παραγγελία
= με παραγγελία (όχι έτοιμο)
Όλα τα έπιπλα έγιναν επί παραγγελία.
επί παραδείγματι
= για παράδειγμα, παραδείγματος χάρη (π.χ.), λογου χάρη (λ.χ.)
Ο Γιώργος, επί παραδείγματι, είναι φοβερός στην ανεκδοτολογία.
επί πίνακι
= (στο πιάτο) (Από το αίτημα της Σαλώμης για τον αποκεφαλισμό του Ιωάννου του Προδρόμου, έναντι του «χορού των επτά πέπλων» που της ζήτησε ο Ηρώδης να χορέψει μπροστά του)
Ζητώ την κεφαλήν κάποιου επί πίνακι = Ζητώ να τιμωρηθεί ή να πάθει κακό κάποιος (κυρίως ως αντάλλαγμα για κάτι άλλο,π.χ. για κάποια εξυπηρέτηση)
επί πιστώσει
= με πίστωση (όχι τοις μετρητοίς), με δικαίωμα πληρωμής στο μέλλον
Πουλώ επί πιστώσει. Αγοράζω επί πιστώσει.
επί πληρωμή
= με πληρωμή (όχι δωρεάν)
Το προϊόν είναι διαθέσιμο στον καθένα επί πληρωμή.
επί ποινή
= με ποινή (ακολουθεί το είδος της ποινής)
Σε καιρό πολέμου απαγορεύεται η λιποταξία επί ποινή θανάτου.
επί πτυχίω
= στο πτυχίο (μένει ακόμα το πτυχίο)
Είναι φοιτητής επί πτυχίω (έχει τελειώσει την φοίτησή του και δεν έχει τελειώσει τις πτυχιακές εξετάσεις).
επί σκοπώ
= με σκοπό
επί συμβάσει
= με σύμβαση
Τελευταία έχουν προσληφθεί πολλοί επί συμβάσει.
Δεν είναι μόνιμος. Είναι επί συμβάσει ορισμένου χρόνου
επί τη αναλήψει
= για την ανάληψη, με την ανάληψη, με την ευκαιρίατης ανάληψης
Ο νέος Υπουργός δέχτηκε πολλά συγχαρητήρια τηλεγραφήματα επί τη αναλήψει των καθηκόντων του.
επί τη αποχωρήσει
= με την αποχώρηση, με την ευκαιρία της αποχώρησης
επί τη βάσει,
βάσει
= με βάση, βασιζόμενος σε, σύμφωνα με
Όλα έγιναν βάσει κανονισμού.
Δεν μπορείς να τα εξετάζεις όλα επί τη βάσει του δικού σου συμφέροντος.
επί τη εμφανίσει
άμα τη εμφανίσει
= με την εμφάνιση, μόλις το εμφανίσει (επιδείξει)κανείς
= με την εμφάνιση, μόλις εμφανιστεί ή μόλις εμφανίστηκε
Πληρωτέαι επί τη εμφανίσει (σε χαρτονομίσματα) = (δραχμές) που πρέπει να καταβληθούν με την επίδειξη (του χαρτονομίσματος).
επί τη ενάρξει
επί τη λήξει
= για την έναρξη, με την ευκαιρία της έναρξης.
= για τη λήξη, με την ευκαρία της λήξης
Επί τη ενάρξει του σχολικού έτους έγινε, στο σχολείο,ο καθιερωμένος αγιασμός.
Επί τη λήξει της θητείας του ως Προέδρου, δεξιώθηκε τους συνεργάτες του.
επί τη επετείω 
= για την επέτειο, με την ευκαιρία της επετείου
Επισκέφτηκαν τον Πρόεδρο επί τη επετείω της Δημοκρατίας.
επί τη ευκαιρία
επ' ευκαιρία
= αλήθεια, μιας και τό ‘φερε η κουβέντα
= με αφορμή, εκμεταλλευόμενος την περίσταση
Επ' ευκαιρία της συνάντησης κάναμε και μια βόλτα στην πλατεία.
Επί τη ευκαιρία, πές μου τι έγινε με εκείνη την περίπτωση.
επί τη λήξει
επί τη ενάρξει
= για τη λήξη, με την ευκαρία της λήξης
= για την έναρξη, με την ευκαιρία της έναρξης.
Επί τη λήξει της θητείας του ως Προέδρου, δεξιώθηκε τους συνεργάτες του.
Επί τη ενάρξει του σχολικού έτους έγινε, στο σχολείο,ο καθιερωμένος αγιασμός.
επί τη συμπληρώσει
= με τη συμπλήρωση, για τη συμπλήρωση 
Επί τη συμπληρώσει δεκαετίας από το γεγονός διοργανώθηκε εορταστική εκδήλωση.
επί τη υποθέσει
= με την υπόθεση
Επί τη υποθέσει της εμφάνισής του τί κάνουμε; (= αν υποθέσουμε ότι εμφανίζεται τι κάνουμε;).
επί τιμή
= τιμητικά, επίτιμος
πρέσβης επί τιμή (= διπλωμάτης συνταξιοδοτηθείς που του έχει απονεμηθεί τιμητικά ο βαθμός του πρέσβη).
επί τοις εκατό, επί τοις χιλίοις, επί τοις εκατομμυρίοις.
= στα εκατό, στα χίλια, στα ένα εκατομμύριο(παρονομαστής 100, 1000, 1000000)
Βλέπε και: τοις εκατό
Ένα πηλίκο μπορεί να εκφρασθεί ως δεκαδικός αριθμός, ως κλάσμα ή ως ποσοστό επί τοις εκατό (%).
επί τούτω,
επί τούτοις
= για αυτό το σκοπό (λατ. ad hoc), επίτηδες
επί τούτω επιτροπή (ad hoc committee), επί τούτω ομάδα (ad hoc group)
Έγινε μια διάλεξη επί τούτω για το θέμα αυτό. Συγκροτήθηκε μια επί τούτω ομάδα εργασίας
επί χρήμασι
= έναντι χρημάτων , για χρήματα, αγοραίος
Αυτή η γυναίκα εκδίδεται επί χρήμασι. Ο επί χρήμασι έρωτας.
επί ψευδορκία
= για ψευδορκία, για ψευδή όρκο
Μετά την απόδειξη ότι είχε πει ψέματα, ο Πρόεδρος του «έρριξε» πέντε μέρες επί ψευδορκία.
έργω εξύβριση
= εξύβριση με πράξη {όχι με λόγια}
Το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ήταν έργω εξύβριση.
ευγενή προσφορά
= με την ευγενική προσφορά (του, της κτλ.)
ευγενή φροντίδι
= με την ευγενική φροντίδα (του, της κτλ.)
ευθύνη
= με ευθύνη
Ευθύνη του ΟΣΕ καθυστέρησε να ξεκινήσει η αμαξοστοιχία.
η ισχύς εν τη ενώσει
Βλέπε: εν τη ενώσει η ισχύς
θανάτω θάνατον πατήσας
= αφού νίκησε το θάνατο με θάνατο (από το τροπάριο«Χριστός ανέστη»)
Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος (= ο Χριστός σηκώθηκε από τους νεκρούς αφού νίκησε το θάνατο με θάνατο και αφού χάρισε ζωή σ' αυτούς που ήταν μέσα στα μνήματα).
Θεία χάριτι
χάριτι Θεία
= με Θεία χάρη, με τη χάρη του Θεού, με την εύνοια του Θεού
Χάριτι Θεία ξεπεράσαμε τον κίνδυνο.
θέσει
= εκ θέσεως, από τη θέση του, λόγω της θέσης του
Είναι ο θέσει αρμόδιος για το θέμα.
Κανόνας της Αρχαίας Ελληνικής: Η θέσει μακρά συλλαβή ως προς τον τονισμό λαμβάνεται ως βραχεία.
Θεώ
= στον Θεό, με τον Θεό
συν Θεώ (βλέπε φράση)
Απόδοτε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ (=Προσφέρετε στον Καίσαρα αυτά που ανήκουν στον Καίσαρα και στο Θεό αυτά που ανήκουν στο Θεό)
θού, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου
= (συγκράτησε, Θεέ μου, το στόμα μου) = συγκρατούμαι να μην ξεστομίσω κάτι, ενώ υφίσταμαι πρόκληση για το αντίθετο
Αυτός τίμιος; Θού, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου.
ιδία
= ιδιαιτέρως, ξεχωριστά
Χρειάζεται προσοχή στο χειρισμό τέτοιων θεμάτων? ιδία δε όταν πρόκειται για τόσο λεπτές ισορροπίες.
ιδία βουλήσει
= με ίδια (= δική μου, δική σου, ...) βούληση,αυτοβούλως, οικειοθελώς
Βλέπε και «οικεία θελήσει».
Ό,τι έκανε το έκανε ιδία βουλήσει.
ιδία δαπάνη,
ιδίαις δαπάναις
= με δική μου (σου, του, ...) δαπάνη, με δικά μου έξοδα
Προμηθεύτηκα το βιβλίο ιδία δαπάνη.
ιδία δυνάμει,
ιδίαις δυνάμεις
= (με ίδια δύναμη), με τη δική του δύναμη, με τις δικές του δυνάμεις
ιδία ευθύνη
= (με ίδια ευθύνη), με δική μου (σου, του, ...) ευθύνη
Ο καθένας αποφασίζει ιδία ευθύνη αν θα προχωρήσει ή αν θα σταματήσει.
ιδία πρωτοβουλία
= (με ίδια πρωτοβουλία), με δική μου (σου, του,...) πρωτοβουλία
Εφάρμοσε στην πράξη τη νέα μέθοδο ιδία πρωτοβουλία.
ιδία υπαιτιότητι
= (με ίδια υπαιτιότητα), με δική μου (σου, του,...) υπαιτιότητα
Ό,τι έπαθε το έπαθε ιδία υπαιτιότητι.
ιδίαις αυτού (αυτής) χερσίν (ΙΑΧ)
= στα ίδια του (της) τα χέρια
ΙΑΧ (πάνω σε φάκελο, όπου είναι γραμμένος ο παραλήπτης) = να δοθεί προσωπικά στον παραλήπτη και σε κανέναν άλλο.
ιδίοις εξόδοις
= (με ίδια έξοδα), με δικά (μου, σου, του, της,μας, σας, τους) έξοδα
Πήγα στο Συνέδριο ιδίοις εξόδοις
ιδίοις όμμασι(ν)
= (με ίδια όμματα), με τα ίδια (μου, σου, του,της, μας, σας, τους) τα μάτια
Δεν το πιστεύω αν δεν το δω ιδίοις όμμασι. Ο ιδίοις όμμασι μάρτυς είναι ο αυτόπτης μάρτυς.
Καίσαρι
= στον Καίσαρα
Απόδοτε τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ(= Προσφέρετε στον Καίσαρα αυτά που ανήκουν στον Καίσαρα και στο Θεό αυτά που ανήκουν στο Θεό).
καλή τη πίστει
= (με καλή πίστη) = καλόπιστα, καλοπροαίρετα,ειλικρινά, με ειλικρίνεια
Εγώ ό,τι είπα το είπα καλή τη πίστει, αλλά αυτός με παρεξήγησε.
κεραυνός εν αιθρία
στερα από τόσες αγάπες, το διαζύγιο της Χαρούλας ήταν κεραυνός εν αιθρία
κοινή συναινέσει
= με κοινή συναίνεση, με κοινή συμφωνία
Πήραν το διαζύγιο κοινή συναινέσει
κοινή υπαιτιότητι
= με κοινή υπαιτιότητα, με κοινό φταίξιμο
Πήραν διαζύγιο κοινή υπαιτιότητι.
κόποις
= με κόπους
Τ' αγαθά κόποις κτώνταιι (= Τα αγαθά τα αποκτά κανείς με κόπους)
κράτος εν κράτει
= (κράτος μέσα σε κράτος) = οντότητα που έχει αποκτήσει ανεπίτρεπτα υπέρμετρη ισχύ
Τα διαπλεκόμενα (συμφέροντα) αποτελούν κράτος εν κράτει.
λόγω
= εξαιτίας
Λόγω της κακοκαιρίας έκλεισαν τα λιμάνια.
λόγω εξύβριση
= εξύβριση με λόγια
Το αδίκημα της εξύβρισης είναι: λόγω εξύβριση ή έργω εξύβριση
λόγω τιμής,
επί λόγω τιμής
= στο λόγο της τιμής μου
Λόγω τιμής, εγώ δεν ξέρω τίποτα!
Την αλήθεια σου λέω! Επί λόγω τιμής !
μακαρία τη λήξει
= με ευτυχή λήξη, με ευτυχές αποτέλεσμα
μερίμνη
= με μέριμνα, με φροντίδα
Το θέμα τακτοποιήθηκε μερίμνη του Γιώργου.
μέσω
= με, δια μέσου, με τη βοήθεια
Αθήνα-Θεσσαλονίκη μέσω Λαρίσης. Επικοινωνία μέσω δικτύου υπολογιστών.
μοίρα αγαθή,
μοίρα καλή
μοίρα κακή
= με μοίρα καλή
= με μοίρα κακή
νόμω
= με νόμο, κατά νόμον, νομίμως, νομικά
νόμω κρατούσα θρησκεία = θρησκεία που επικρατεί με νόμο
νόμω αβάσιμη κατηγορία = κατηγορία που δεν στηρίζεται νομικά
νόμω αβάσιμος
= νομικά αβάσιμος, αστήρικτος από το νόμο
Ο ισχυρισμός του είναι νόμω αβάσιμος.
νους υγιής εν σώματι υγιεί
= (νους υγιής σε σώμα υγιές) = η διανοητική υγεία είναι συνάρτηση της σωματικής, η σωματική υγεία είναι προϋπόθεση της πνευματικής
ο συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις
ετέρω = (εις έτερον) = στον άλλο
ο συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις = Μην κάνεις στους άλλους αυτό που εσύ δεν θέλεις να σου κάνουν.
οικεία βουλήσει
= οικειοθελώς, θεληματικά, με τη θέλησή μου(σου, του, ...)
Όταν ενεργείς οικεία βουλήσει αναλαμβάνεις και την ευθύνη των ενεργειών σου.
οικεία θελήσει
= με δική μου (σου, του, ...) θέληση, οικειοθελώς,αυτοβούλως
Βλέπε και «ιδία βουλήσει».
Συμμετείχε στην εργασία οικεία θελήσει.
οίκοι
= στο σπίτι {οίκος = σπίτι}
Διαμένω οίκοι (οικουρώ) = μένω στο σπίτι.
Επίσκεψη οίκοι {χαρακτηρισμός επίσκεψης γιατρού σε ασθενή στο σπίτι του τελευταίου}.
όμοιος ομοίω 
= ο όμοιος τον όμοιο
Όμοιος ομοίω αεί πελάζει (= ο όμοιος τον όμοιό του πάντοτε συναναστρέφεται)
ονόματι
= κατά το όνομα, με το όνομα
Κάποιος σύνεδρος, ονόματι Αγγελόπουλος, πρότεινε να γίνει ψηφοφορία. Γνώρισα κάποιον, ονόματι Αγγελόπουλο. Ακούστηκε η φωνή κάποιου,ονόματι Αγγελόπουλου.
(Βλέπε και εν ονόματι, επ' ονόματι).
ουαί τοις ηττημένοις
= αλίμονο στους νικημένους (λατ.vaevictis,που το είπε ο Γαλάτης Βρέννος)
Το τίμημα της ήττας ήταν βαρύτητο. Ουαί τοις ηττημένοις.
ουαί υμίν
= αλίμονο σε σας
Ουαί υμίν γραμματείς και φαρισαίοι υποκριτές (από το Ευαγγέλιο).
ουκ εν τω πολλώ το ευ 
βλέπε εν τω πολλώ
Ουκ επ' άρτω ...
Βλέπε: «επ' άρτω»
ουσία 
τύποις (αντίθ.)
= ως προς την ουσία, κατ' ουσίαν, ουσιαστικά
= ως προς τους τύπους, κατά τους τύπους, τυπικά
Αυτός που θα αναλάβει ως προϊστάμενος πρέπει να είναι κατάλληλος τύποις και ουσία.
παθών εν υπηρεσία
= αυτός που έπαθε ατύχημα σε ώρα υπηρεσίας ή σε υπηρεσιακή αποστολή
Πήρε σύνταξη ως παθών εν υπηρεσία
παίζει εν ου παικτοίς
= (παίζει με πράγματα που δεν είναι για παίξιμο)= γελοιοποιεί πράγματα που είναι σοβαρά
παίρνω τοις μετρητοίς
= παίρνω στα σοβαρά (κάτι που δεν είναι τόσο σοβαρό)
Του είπαμε ένα αστείο κι αυτός το πήρε τοις μετρητοίς
παντί τρόπω
= με οποιοδήποτε τρόπο, με κάθε τρόπο, παντοιοτρόπως
Πρέπει να σώσουμε τη γη, παντί τρόπω, από την οικολογική καταστροφή.
παρ' Αρείω Πάγω
= στον Άρειο Πάγο
Είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω
παρά τω πλευρώ
= στο πλευρό, πλάι, δίπλα
Στάθηκε παρά τω πλευρώ του κατηγορούμενου συζύγου της.
παρά τω πρωθυπουργώ
= κοντά στον πρωθυπουργό
Θήτευσε ως Υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ.
παρουσία
= (με παρουσία κάποιου) = ενώ κάποιος είναι,ή ήταν, παρών
Παρουσία μου είπε όσα είπε.
πάση δυνάμει
= (με κάθε δύναμη), με όλες τις δυνάμεις
Επίθεση του στρατού πάση δυνάμει.
πάση θυσία
= (με κάθε θυσία), οπωσδήποτε
Πρέπει να επιτύχουμε το αποτέλεσμα αυτό πάση θυσία.
πεζή
= πεζός, πεζή, πεζό, πεζοί
Διανύσαμε μεγάλες αποστάσεις πεζή (= πεζοί)
ποιητική αδεία
= (με ποιητική άδεια, με άδεια του ποιητή) =με την ελευθερία που παρέχεται στον ποιητικό λόγο (ή στον ποιητή).
Αυτό τυπικά δεν είναι σωστό, αλλά λέγεται ποιητική αδεία.
πολλώ μάλλον,
τοσούτω μάλλον
πόσω μάλλον
= πολύ περισσότερο (επιτατικό)
Αυτό δεν μπορούσε να το προβλέψει ο Διευθυντής, πολλώ μάλλον ένας νέος υπάλληλος
πόσω μάλλον
τοσούτω μάλλον ,
πολλώ μάλλον
= πολύ περισσότερο (επιτατικό)
Αυτό δεν μπορούσε να το προβλέψει ο Διευθυντής, πόσω μάλλον ένας νέος υπάλληλος
πράγματι
= πραγματικά, αλήθεια
Πράγματι, χθες το μεσημέρι πέρασα από το γραφείο του.
Βλέπε και τω όντι, τη αληθεία
προφάσεις εν αμαρτίαις
= προσχήματα για δικαιολόγηση παραλείψεων ή ανεπίτρεπτων ενεργειών (αμαρτία = σφάλμα, παράπτωμα και ιδιαίτερα θρησκευτικό) 
Ένα είναι το γεγονός: ότι ο ασθενής αφέθηκε αβοήθητος. Οι όποιες εκτων υστέρων δικαιολογίες είναι προφάσεις εν αμαρτίαις.
πτωχοί τω πνεύματι
βλέπε τω πνεύματι
συν Αθηνά
= μαζί με την Αθηνά, εκτός από την Αθηνά
Συν Αθηνά και χείρα κίνει = (Εκτός από την Αθηνά κούνα και τα χέρια σου) = Εκτός από το να επικαλείσαι βοήθεια άνωθεν πρέπει να καταβάλεις και τις απαιτούμενες προσωπικές προσπάθειες
συν αυτώ
συν αυτοίς
= μαζί με αυτόν, μαζί με αυτούς
Φράσεις: οι συν αυτώ, οι συν αυτοίς = οι γύρω του (τους), η ακολουθία του (τους), η παρέα του (τους)
Τον πρόεδρο και τους συν αυτώ υποδέχτηκε ο τοπικός άρχοντας.
συν γυναιξί και τέκνοις
= μαζί με γυναίκες και παιδιά, οικογενειακώς
Ηρθαν οι περισσότεροι συνάδελφοι συν γυναιξί και τέκνοις
συν Θεώ
= με τη βοήθεια του Θεού, Θεού θέλοντος
Εφέτος, συν Θεώ, θα πάμε διακοπές στο εξωτερικό.
συν τοις άλλοις
= μαζί με όλα τ' άλλα, σε όλα τα άλλα πρόσθεσε ότι
Συν τοις άλλοις, είναι και κακός μαθητής
συν τω χρόνω
= με την πάροδο του χρόνου
Συν τω χρόνω, θα γνωρίσεις καλύτερα τους νέους συναδέλφους σου
συναρτήσει
= σε συνάρτηση με, ως προς (σύνηθες στη φυσική και στα μαθηματικά)
Το διάγραμμα της ταχύτητας συναρτήσει του χρόνου.
συνεπεία
= (ως συνέπεια) = λόγω, εξαιτίας
συνοδεία κιθάρας
= με συνοδεία (ακομπανιαμέντο) κιθάρας
Τραγούδησε συνοδεία κιθάρας = Τραγούδησε συνοδευόμενος από κιθάρα (με ακομπανιαμέντο κιθάρας)
ταύρος εν υαλοπωλείω
= (ταύρος σε υαλοπωλείο) = όπως αν μπει ταύρος σε υαλοπωλείο
Τα έκαμε όλα γυαλιά καρφιά, σαν ταύρος εν υαλοπωλείω.
τη εμφανίσει
Βλέπε: άμα τη εμφανίσει και επί τη εμφανίσει
τη τάξει
= στη σειρά, στη διάταξη, στην ιεραρχία
Ο υπουργός παρα τω πρωθυπουργώ είναι ο πρώτος τη τάξει υπουργός. Ο προϊστάμενος τμήματος είναι ο τελευταίος τη τάξει που παίρνει το επίδομα ευθύνης.
τοις εκατό, τοις χιλίοις, τοις εκατομμυρίοις
= στα εκατό, στα χίλια, στα ένα εκατομμύριο(παρονομαστής 100, 1000, 1000000)
Επιτόκιο πέντε τοις εκατό (5/100 ή 5 %).
Πιθανότητα δύο τοις χιλίοις (2/1000 ή 2 ο/οο)
τοις κείνων ρήμασι
= στα λόγια εκείνων
Τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι = Βρισκόμαστε εδώ υπακούοντας στα λόγια τους.
τοις μετρητοίς
= σε μετρητά (αντίθετο: επί πιστώσει)
Αυτός πλήρωσε με πιστωτική κάρτα, ενώ εγώ τοις μετρητοίς.
Αυτό το κατάστημα δεν κάνει πίστωση, πουλάει μόνο τοις μετρητοίς.
Αυτός, φίλε μου, πουλάει τοις μετρητοίς (= είναι ξέγνοιαστος,δεκάρα δεν δίνει).
(Βλέπε και «παίρνω τοις μετρητοίς»)
τοις οφειλέταις
ημών
= (στους οφειλέτες μας) = σ' αυτούς που μας έκαμαν κακό
ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών = όπως και εμείς συγχωρούμε αυτούς που μας αδίκησαν.
(Από την Κυριακή προσευχή)
τοις πάσι γνωστόν,
γνωστόν τοις πάσι
= σε όλους γνωστό, πασίγνωστο (πας, παντός,παντί, πάντα, πας, πάντες, πάντων, πάσι, πάντας, πάντες)
Αυτό που λες είναι γνωστόν τοις πάσι.
τοσούτω μάλλον ,
πολλώ μάλλον
πόσω μάλλον
= πολύ περισσότερο (επιτατικό)
Αυτό δεν μπορούσε να το προβλέψει ο Διευθυντής, τοσούτω μάλλονένας νέος υπάλληλος
τρικυμία εν κρανίω
= σύγχυση φρενών, διανοητική αναστάτωση, φουρτούνα του μυαλού
Δεν μπορείς να συνεννοηθείς μαζί του. Αυτός έχει τρικυμία εν κρανίω.
τύποις
= (με τύπο, τυπωμένος) = εντύπως, (+γενική)στο τυπογραφείο του
Τύποις Κ. Πετρίδη.
τύποις
ουσία (αντίθ.)
= ως προς τους τύπους, κατά τους τύπους, τυπικά
= ως προς την ουσία, κατ' ουσίαν, ουσιαστικά
Αυτός που θα αναλάβει ως προϊστάμενος πρέπει να είναι κατάλληλος  τύποις και ουσία.
τύχη αγαθή
= κατά καλή τύχη, ευτυχώς
Τύχη αγαθή, αποφεύχθηκε το μοιραίο.
τω αγνώστω θεώ
= στον άγνωστο θεό
Στην αρχαία Αθήνα υπήρχε στήλη με την αφιέρωση «τω αγνώστω θεώ».
τω καιρώ εκείνω
= τότε στα παλιά τα χρόνια (από τη γνωστή εναρκτήρια φράση του Ευαγγελίου)
Τω καιρώ εκείνω ο δάσκαλος με τη βέργα του ήταν πιο πολύ θηριοδαμαστής παρά δάσκαλος
τω κομιστή
= (εις τον κομίζοντα, εις τον φέροντα) = σ' αυτόν που το κρατά
Γραμμάτιο πληρωτέο τω κομιστή.
τω όντι, τωόντι και τώντις
= όντως, πράγματι, πραγματικά
Η κατάσταση είναι τωόντι πολύ σοβαρή.
Βλέπε και πράγματι, τη αληθεία.
τω πνεύματι
= κατά το πνεύμα
πτωχός τω πνεύματι = ταπεινός
Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι = ευτυχισμένοι οι ταπεινοί(από τους «Μακαρισμούς» του Ευαγγελίου)
υπαιτιότητι
= από υπαιτιότητα, εξαιτίας
Ολα έγιναν υπαιτιότητί μου.
φύσει
= εκ φύσεως, από τη φύση του, λόγω της φύσης του
Είναι φύσει αδύνατον να συμβεί κάτι τέτοιο.
Στη γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής συλλαβή με η, ω ή δίφθογγο είναι φύσει μακρά, ενώ συλλαβή με βραχύ που ακολουθείται από δύο ή περισσότερα σύμφωνα ή διπλό σύμφωνο είναι θέσει μακρά.
φωνή βοώντος εν τη ερήμω
= φωνή κάποιου που φωνάζει στην έρημο, μεταφορικά:δεν ακούει κανένας, δεν υπάρχει καμιά ανταπόκριση
Φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ετοιμάσατε την οδόν του Κυρίου(Κατά Μάρκον 1-3). 
Εγώ τα είπα, εγώ τα άκουσα! Φωνή βοώντος εν τη ερήμω!.
χάριτι Θεία,
Θεία χάριτι
= με Θεία χάρη, με τη χάρη του Θεού, με την εύνοια του Θεού
Χάριτι Θεία ξεπεράσαμε τον κίνδυνο.
ψυχή τε και σώματι
= (με την ψυχή και με το σώμα) = με όλες τις δυνάμεις, ολοκληρωτικά
Αφοσιώθηκε σ' αυτόν το σκοπό ψυχή τε και σώματι.
ως εν ονείρω
εν ονείρω
= σαν σε όνειρο, μακριά από την πραγματικότητα,αχνά και απροσδιόριστα
= σε όνειρο, μέσα σε όνειρο
Ένιωσε σαν υπνωτισμένος. Πέρασαν μπροστά από τα μάτια του σκηνές αχνές κι ασύνδετες ως εν ονείρω.
όνειρο εν ονείρω = κατάσταση στην οποία βλέπει κανένας όνειρο μέσα σε όνειρο.
ως εν ουρανώ
= όπως στον ουρανό (Από την Κυριακή προσευχή)
ως εν ουρανώ και επί της γης = όπως στον ουρανό έτσι και πάνω στη γη.
ως εν παρόδω ελέχθη
= όπως ελέχθη παρενθετικά
Βλέπε εν παρόδω.

ΠΗΓΗ: ηλεκτρονικό περιοδικό «Ορόγραμμα» της Ελληνικής Εταιρείας Ορολογίας (ΕΛΕΤΟ).




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου