Αναγνώστες

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

ΜΙΑ ΛΙΤΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ


Ακολουθεί μια λιτή πρόταση για τη σχολική γιορτή της 28ης Οκτωβρίου, έτοιμη για παρουσίαση και μια ομιλία για όσους είναι επιφορτισμένοι με την εκφώνηση του πανηγυρικού της ημέρας.

Αποτέλεσμα εικόνας για πολεμος του 40




Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Ο Χίτλερ έχει καταλάβει την εξουσία στη Γερμανία καθώς και ο Μουσολίνι στην Ιταλία. Και οι δυο τους έχουν επιβάλει στους λαούς τους φασιστικά, δικτατορικά καθεστώτα.

"Το χρονικό του Ναζισμού" Βίντεο





Αρχίζει ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος. Ο πιο αιμοσταγής πόλεμος που γνώρισε η ανθρωπότητα. Οι λαοί παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα! Ο γερμανικός στρατός προελαύνει. Η μία μετά την άλλη οι χώρες της Ευρώπης πέφτουν στα χέρια του Χίτλερ. Η Ελλάδα ετοιμάζεται.




«Τούτος ο λαός αφέντη μου» Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος


Τούτος ο λαός, αφέντη μου,
δεν ξέρει πολλά λόγια,
σωπαίνει, ακούει κι όσα του λες
τα δένει κομπολόγια.

Και κάποιο βράδυ, πες, σαν χθες,
υψώνει το κεφάλι,
κι αστράφτουνε τα μάτια του
κι αστράφτει ο νους του πάλι.

Να ‘ τος, περνάει αλύγιστος,
λαός της δικαιοσύνης
και πάει να σπείρει όλη τη γης
με στάρι κι άστρα ειρήνης.

Τούτος ο λαός, αφέντη μου,
δεν ξέρει πολλά λόγια,
σωπαίνει, ακούει κι όσα του λες
τα δένει κομπολόγια.

Κι όπως περνάν κι όπως βροντάν,
μαδάει ο αγέρας ρόδα,
κι από τη λάσπη ξεκολλά
της ιστορίας η ρόδα.

Και τούτο το περήφανο,
τ’ άμετρο ψυχομέτρι,
μόνη σημαία το φως κρατεί
μόνο σπαθί τ’ αλέτρι.

Να `τος, περνάει αλύγιστος,
λαός της δικαιοσύνης
και πάει να σπείρει όλη τη γης
με στάρι κι άστρα ειρήνης.

Τούτος ο λαός, αφέντη μου,
δεν ξέρει πολλά λόγια,
σωπαίνει, ακούει κι όσα του λες
τα δένει κομπολόγια.



Ξημερώματα 28 Οκτωβρίου 1940. Οι σειρήνες του πολέμου ουρλιάζουν δαιμονισμένα. Οι καμπάνες ηχούν. Πόλεμος! Η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα. Ακούγεται το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν.






Φαίνεται όμως πως ο Μουσολίνι δεν ξέρει καλή ιστορία. Δεν ξέρει πως η ψυχή τούτου του λαού είναι αδούλωτη. Στο ψυχρό τηλεγράφημα του Μουσολίνι ο λαός μας απαντά με μια αποφασιστική κραυγή: «ΟΧΙ!».

«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος» (Τάσος Λειβαδίτης)

 Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα να 'γραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
 


Οι Έλληνες στρατιώτες μάχονται γενναία αψηφώντας την αριθμητική υπεροχή του εχθρού, αψηφώντας τα χιόνια και τα κρυοπαγήματα. Το χέρι τους κολλημένο στο ντουφέκι, το ντουφέκι συνέχεια του χεριού τους.


"Η πορεία προς το μέτωπο" Οδυσσέας Ελύτης, αφήγηση Μάνος Κατράκης




N. Βρεττάκος: «Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο»

Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατιφέδες από το σπίτι μας.
Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντιλιού: ένας κόσμος χαμένος.
Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο, διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος, αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.
Η νύχτα μας βελονιάζει τα κόκαλα μέσα στ' αμπριά.
εκεί μέσα μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών, το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορα μας, την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα, που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι, που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ' το θάνατο.
Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Το ότι πέθαναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά, σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο). 


 Οδυσσέας Ελύτης: «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»



Δ΄
Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
Μ' ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
Μ' ένα κλαδάκι λησμονιάς στ' αριστερό του αυτί
Μοιάζει μπαξές που του 'φυγαν άξαφνα τα πουλιά
Μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά
Μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
Μόλις είπανε «γεια παιδιά» τα ματοτσίνορα


Στα αλβανικά βουνά γράφτηκε με ανεξίτηλα γράμματα το έπος του '40! Ο φασισμός του Μουσολίνι τσακίστηκε και κουρελιάστηκε στις κορφές και τα φαράγγια της Πίνδου. Τώρα ξέρουμε πως τη νίκη την κέρδισαν απλοί χωριάτες και ξωμάχοι, χτίστες και σιδεράδες. Τα γελαστά και χαρούμενα παιδιά, φοιτητές, στρατιώτες και ανθυπολοχαγοί που όλοι τους ξέρανε καλά την ιστορία της πατρίδας μας
Κι ή απορία μαρμάρωσε . . .
 

Κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Αιώνες μαύροι γύρω του,
Αλυχτούν με σκελετούς σκυλιών τη φοβερή σιωπή
Κι οι ώρες που ξανάγιναν πέτρινες περιστέρες,
Ακούν με προσοχή.
'Όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε,
Όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
Όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.
Κάτω απ' τα πέντε κέδρα
Χωρίς άλλα κεριά
Κείτεται στην τσουρουφλισμένη χλαίνη.
Άδειο το κράνος, λασπωμένο το αίμα,
Στο πλάι το μισοτελειωμένο μπράτσο
Κι ανάμεσ' απ' τα φρύδια -
Μικρό πικρό πηγάδι, δαχτυλιά τής μοίρας
Μικρό πικρό πηγάδι κοκκινόμαυρο
Πηγάδι όπου κρυώνει ή θύμηση!

'Ω μην κοιτάτε ω μην κοιτάτε από που του-
Από που του 'φυγε ή ζωή. Μην πείτε πως
Μην πείτε πως ανέβηκε ψηλά ο καπνός του ονείρου
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή Έτσι λοιπόν η μια
Έτσι λοιπόν η μια στιγμή παράτησε την άλλη,
Κι ο ήλιος ο παντοτινός έτσι μεμιάς τον κόσμο! 

ΣT´

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα...
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Nα βάφει τα λουλούδια
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν...
Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα...

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί!


Νικημένος και ντροπιασμένος ο Μουσολίνι ζητάει τη βοήθεια του συμμάχου του, Χίτλερ. Ο φοβερός γερμανικός στρατός επιτίθεται από τα βόρεια σύνορα της πατρίδας μας. Ο Ελληνικός στρατός αντιστέκεται και πάλι γενναία, αλλά αποκαμωμένος και αποδυναμωμένος από τον πόλεμο κατά των Ιταλών αναγκάζεται να υποχωρήσει.



Το μέτωπο καταρρέει. Η Ελλάδα στη σκλαβιά. Αρχίζει η μαύρη περίοδος της Κατοχής. Τέσσερα μαύρα χρόνια σκλαβιάς και μαρτυρίου για το λαό μας. Χιλιάδες πεθαίνουν από την πείνα και τη δυστυχία. Χιλιάδες νεκροί από τα εκτελεστικά αποσπάσματα των Γερμανών και των Ιταλών. Όλοι θυσία στο βωμό της λευτεριάς!




"Το ακορντεόν" Στίχοι: Γιάννης Νεγρεπόντης, Μουσική Μάνος Λοΐζος, τραγούδι Μάνος Λοΐζος




Ο ελληνικός λαός μέσα από τα συντρίμμια του βρίσκει τη δύναμη να αντισταθεί. Τη ρωμιοσύνη μην την κλαις εκεί που πάει να σκύψει! Ο λαός ξεσηκώνεται και γράφει καινούργιο έπος, το έπος της Εθνικής Αντίστασης!





"Τη ρωμιοσύνη μην την κλαίς" Ποίηση Γιάννης Ρίτσος, μουσική Μίκης Θεοδωράκης, στο τραγούδι ο Γιώργος Νταλάρας.




 Ο λαός μας οργανώνεται και πρωτοστατεί στο αγώνα για τη λευτεριά πληρώνοντας βαρύ τίμημα. Καλάβυτα, Δίστομο, Χαϊδάρι, Μπλόκο της Κοκκινιάς και τόσοι άλλοι τόποι θυσίας στο βωμό της Λευτεριάς.





"Επιδρομή στον Πειραιά" Ρεμπέτικο της κατοχής, Γιώργος Νταλάρας





Και ξημέρωσε η μέρα της λευτεριάς! Τα ραδιόφωνα παίζουν τα εμβατήρια της νίκης. Ο έρημος δρόμος γεμίζει φωνές και σημαίες.









"Ένα το χελιδόνι" Ποίηση Οδυσσέα Ελύτη, μουσική Μίκης Θεοδωράκης, τραγούδι Βασίλης Παπακωνσταντίνου




                                  Εθνικός ύμνος




Ομιλία για την 28η Οκτωβρίου  

Σεβασμιότατε
Κύριε Δήμαρχε
Κύριοι εκπρόσωποι των τοπικών αρχών και των σωμάτων ασφαλείας
Κυρίες και κύριοι
αγαπητά μας παιδιά

Πριν από εβδομήντα τέσσερα χρόνια, το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου, τα παιδιά του σαράντα, κλήθηκαν στην καρδιά του Φθινοπώρου να αφήσουν την ήρεμη καθημερινότητα για χάρη του χρέους και  της τιμής και να πάρουν το βάπτισμα του πυρός στον πιο φρικτό και αιμοσταγή πόλεμο που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.

Πώς να πας στον πόλεμο με τέτοιον καιρό;
Πώς ν’ αφήσεις το σχολειό;
Πού να βολέψεις τ’ αλέτρι και τ’ άλογο;
Ποιος ν’ ανάψει τα καζάνια για τα τσίπουρα;
Ποιος να ψάλλει στα πανηγύρια που σέρνει ο καβαλάρης  Αη Δημήτρης;

Έτσι όμως της έλαχε εκείνης της γενιάς,  αυτό  ήταν  το  δώρο, η ευχή και η κατάρα  της μοίρας.
Σήμερα, 74  χρόνια, μετά το  ιστορικό εκείνο προσκλητήριο, εμείς, τα παιδιά,  τα  εγγόνια  και  τα  δισέγγονα  του  ’40,  πιστοί  στο  ετήσιο ραντεβού μας με την ιστορία, βάζουμε τα καλά μας και γιορτάζουμε για να θυμηθούμε.
Δύσκολο όμως πράγμα η μνήμη.
Χρόνο με τον χρόνο λιγοστεύουν τα πρόσωπα που έζησαν τα συγκλονιστικά εκείνα γεγονότα κι εμείς ανατρέχουμε στα ιστορικά βιβλία και στο διαδίκτυο για να ξαναζωντανέψουμε εκείνα τα ηρωικά χρόνια.  Αφετηρία του ελληνο-ιταλικού πολέμου, αποτελεί η άνοιξη του 1939. Ο Μπενίτο Μουσολίνι, έχοντας ήδη κατακτήσει την Αλβανία και άλλες βρετανικές κτήσεις στην Αφρική, θέλησε το καλοκαίρι του 1940, να ισχυροποιήσει τα Ιταλικά συμφέροντα στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο. Οι Ιταλικές προκλήσεις κορυφώθηκαν με τον τορπιλισμό της «Έλλης», δεκαπενταύγουστο του 1940, στο λιμάνι της Τήνου. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου, ο Ιταλός Πρέσβης στην Αθήνα Εμμανουέλε Γκράτσι επέδωσε στον τότε πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά τελεσιγραφική αξίωση  της Ιταλικής  κυβέρνησης, να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση του  ιταλικού στρατού  από την Ελληνοαλβανική μεθόριο.  Απαιτούσε δηλαδή παράδοση της Ελλάδας, για να  μπορεί ο ιταλικός στρατός να ανεφοδιάζεται απρόσκοπτα στη διείσδυση του προς την Αφρική.  Alors, c'est la guerre , ήταν η απάντηση του Μεταξά στη Γαλλική Γλώσσα. «Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμος!». Το «ΟΧΙ» εκείνο γίνεται σύνθημα, πάθος και ιδανικό όλου του λαού. Ο ελληνικός λαός, ξεχύθηκε στους δρόμους,  αψηφώντας τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Στρατεύσιμοι και εθελοντές, ανταποκρίθηκαν  στο κάλεσμα της πατρίδας. Με υψηλό ηθικό,  ενθουσιασμό και  χαμόγελο στα χείλη, έτρεχαν να  προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και να καταταγούν στον ελληνικό στρατό. Οι πάνοπλες ιταλικές στρατιές, εισέβαλαν στην Ελλάδα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα, ασκώντας ισχυρή πίεση κατά των ελληνικών δυνάμεων στην Ήπειρο και στην Πίνδο. Προέλασαν ως τη γραμμή Ελαίας- Καλαμά. Την 1η Νοεμβρίου, οι Ιταλοί με 169 αεροσκάφη βομβάρδισαν τη Θεσσαλονίκη, την Κέρκυρα, το Μέτσοβο, τον Πειραιά, τον Ισθμό της Κορίνθου, την Κρήτη.  Στο ηρωικό Καλπάκι, το ελληνικό στρατιωτικό σώμα της Ηπείρου υπό την καθοδήγηση του διοικητή της 8ης Μεραρχίας υποστράτηγου Χαράλαμπου Κατσιμήτρου κέρδισε την πρώτη νίκη. Η αντεπίθεση των Ελλήνων ήταν σαρωτική. Οι πόλεις της Βορείου Ηπείρου απελευθερώνονταν μία-μία:  Μοσχόπολη, Πόγραδετς, Πρεμετή, Αγιοι Σαράντα, Κορυτσά, Αργυρόκαστρο, Χειμάρα. Η ιαχή «αέρα» εμψύχωνε τους Έλληνες  στρατιώτες, που  έγραφαν στα πεδία των μαχών, σελίδες απαράμιλλης δόξας, παρά την υπεροπλία του εχθρού, τις άσχημες καιρικές συνθήκες,  τα κρυοπαγήματα και τις κακουχίες. Αξιοσημείωτη ήταν  η συμβολή του άμαχου ελληνικού πληθυσμού, που ανέλαβε την άμυνα, καμουφλάροντας χαντάκια, υπονομεύοντας γεφύρια, στρώνοντας ναρκοπέδια, φράζοντας σπηλιές. Οι γυναίκες της Πίνδου, έγραψαν τη δική τους ιστορία, κουβαλώντας πολεμοφόδια και φορτία στους ώμους, για  ανεφοδιασμό των μαχόμενων τμημάτων και πλέκοντας κάλτσες και φανέλες για τους στρατιώτες. Η τραγουδίστρια της νίκης, η Σοφία Βέμπο, με τα τραγούδια της,  φλόγιζε τις καρδιές των στρατιωτών και έκανε τον πόλεμο παιχνίδι. Μια χούφτα Έλληνες ανέκοψαν την ιταλική διείσδυση στην Πίνδο στέλνοντας στα πέρατα της γης το μήνυμα πώς «όταν ο ελληνισμός ενωμένος αντιστέκεται, τίποτε δεν είναι ακατόρθωτο».

 … άλλος άφησε κει πάνω  ένα πόδι, ένα χέρι
άλλος άφησε ένα μεγάλο κομμάτι της ψυχής του
καθένας κ’ έναν ή πιότερους νεκρούς …

γράφει ο  Γιάννης  Ρίτσος.

Οι νίκες των Ελλήνων κατά των  Ιταλών, γελοιοποίησαν τον Μουσολίνι και εξανάγκασαν τον Χίτλερ και τους Γερμανούς να επέμβουν οι  ίδιοι, στις 6 Απριλίου  1941, για να κατακτήσουν την Ελλάδα, προτού επιτεθούν κατά της Ρωσίας. Ο ελληνικός στρατός αγωνίστηκε ηρωικά για να κρατήσει την οχυρωμένη γραμμή των συνόρων, κάτι που αναγνωρίστηκε από τους συμμάχους αλλά και τον ίδιο το Χίτλερ, που επαίνεσε την ανδρεία του αντιπάλου, στις 4 Μαΐου, 1941  ενώπιον του  Ράϊχσταγ, δηλώνοντας πως : «Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να διαπιστώσω πως, απ΄ όλους τους αντιπάλους που αντιμετωπίσαμε, ο Έλληνας στρατιώτης ιδίως, πολέμησε με  ύψιστο ηρωϊσμό και αυτοθυσία».
Τα γερμανικά στρατεύματα , με τη στρατιωτική τους υπεροχή κατάφεραν να διεισδύσουν στην ενδοχώρα. Ο ελληνικός στρατός υποχωρεί. Άλλοι φεύγουν με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στην Αίγυπτο και άλλοι ετοιμάζονται να βγουν στο βουνό για αντάρτικο.

Κατηφόρισαν με σκισμένα χιτώνια,
με παλιά ντουφέκια.
Δίχως ψωμί στο γυλιό, δίχως σφαίρες.
Μόνο με μικρά οργισμένα ποτάμια
κλείναν τα περάσματα πίσω τους….

μας λέει ο ποιητής

 Στις 27Απριλίου, οι Γερμανοί έφτασαν στην Αθήνα, όπου βεβήλωσαν  την Ακρόπολη, υψώνοντας τη ναζιστική σημαία. Σε λίγες μέρες, κατέλαβαν και τη  νότια Πελοπόννησο. Ο πόλεμος συνεχίστηκε στην Κρήτη, όπου δόθηκε  η τελευταία μάχη.  Οι Κρητικοί, άοπλοι και ακέφαλοι, έδωσαν τον υπέρ πάντων αγώνα,  με υποδειγματική γενναιότητα, καταφέρνοντας ισχυρά πλήγματα και καθυστερώντας τις πολεμικές επιχειρήσεις του Γερμανικού αρχηγείου. Ο  πόλεμος, τυπικά τερματίστηκε με τη  συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τους  Γερμανούς  και  τους Ιταλούς και άρχισε η μαύρη περίοδος μιας τριπλής  ολοκληρωτικής κατοχής. Οι Γερμανοί κατακτητές  παραχώρησαν τμήματα της Μακεδονίας και της Θράκης στους Βούλγαρους, ενώ μοιράστηκαν με τους Ιταλούς, την  υπόλοιπη χώρα. Η Ελλάδα έζησε τη  φρίκη της πείνας και της  εξαθλίωσης. Ο πόλεμος του '40 δεν κράτησε τελικά μόνο 6 μήνες, αλλά 4 ακόμη χρόνια (1941-1944), αφού ο  αγώνας και η εθνική αντίσταση,  συνεχίστηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Δημιουργήθηκαν  αντιστασιακές οργανώσεις στις πόλεις για να αντιμετωπίσουν αρχικά, την τρομερή  πείνα του  χειμώνα του 1941-42 στην Αθήνα και τον Πειραιά  και στη συνέχεια για να οργανώσουν την αντίσταση και τον  ανταρτοπόλεμο,  εναντίον των κατακτητών, στα ελληνικά βουνά.

 Την πείνα την έθρεφε η πίστη. Τη δίψα την πότιζε η ελπίδα. Το κρύο το μέρωνε η λαχτάρα.

 Πρώτη κολοσσιαία πράξη αντίστασης  το κατέβασμα της Γερμανικής σβάστικας από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης από δύο γενναίους φοιτητές: Τον Μανώλη Γλέζο και τον Απόστολο Σάντα ξημερώματα της 31ης Μαϊου 1941. Κορυφαία πράξη αντίστασης η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, στις 25 Νοεμβρίου 1942, από τις ενωμένες αντιστασιακές δυνάμεις υπό την καθοδήγηση των Άγγλων αξιωματικών: Έντι Μάγιερς και Κρις Γκουντχάουζ. Η Εθνική αντίσταση, ανάγκασε τους κατακτητές να διατηρήσουν πολύ στρατό στην Ελλάδα και τους αποδυνάμωσε  σε άλλα μέτωπα. Οι Γερμανοί αντέδρασαν βίαια. Φυλάκιζαν, βασάνιζαν, κατάστρεφαν  πόλεις  και  έκαιγαν  χωριά. Εκατόμβες οι Έλληνες που θυσιάστηκαν. Μακάβριος ο απολογισμός από  ολοκαυτώματα:  στα Καλάβρυτα, στο Δίστομο στους μαρτυρικούς Λιγγιάδες και στη Μουσιωτίτσα των Ιωαννίνων, στο Κομμένο της Άρτας και σε άλλες πόλεις και χωριά. Ωστόσο, η θυσία των Ελλήνων, δεν πήγε χαμένη.  Οι αντιστασιακές πράξεις των Ελλήνων πατριωτών συνέβαλαν ουσιαστικά στη συμμαχική νίκη εναντίον των δυνάμεων του Άξονα και  οδήγησαν τελικά  στην απελευθέρωση της Ελλάδας, στις 12 Οκτωβρίου 1944.
Πολλά θα μπορούσαμε να πούμε για τον αγώνα, την αυτοθυσία και τον ηρωισμό των Ελλήνων, ποτέ όμως δεν  θα ήταν αρκετά.
Προβαίνοντας  σήμερα, σε ένα πνευματικό προσκύνημα στο έπος του 40,  επιχειρούμε  ένα αναβάπτισμα  στο πνεύμα του ηρωισμού και της  θυσίας των αγωνιστών του 40, όχι για να επαναπαυτούμε στις δάφνες του παρελθόντος, αλλά για να μετουσιώσουμε  τις δικές τους αξίες, σε σύγχρονες δράσεις και αντιστάσεις ενάντια σε όσα μας ενοχλούν, ή μας μειώνουν ως Έθνος, ως λαό, ως ανθρώπους και ως πολίτες.
Η σημερινή Ελλάδα ταλανίζεται από το βάρος των  αλυσιδωτών  επιπτώσεων της  παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, της κρίσης πολιτικής και της κρίσης αξιών. Βλέπουμε δυστυχώς τον κοινωνικό  ιστό να διαβρώνεται. Η κοινωνική αλληλεγγύη υποχωρεί και όλοι αναζητούν ατομικές λύσεις σε κοινωνικά προβλήματα. Η πείνα, τα συσσίτια και οι πράξεις απελπισίας κάνουν ξανά την εμφάνισή τους. Η μετανάστευση των νέων επιστημόνων αποτελεί εθνική αιμορραγία που μας πληγώνει και μας στεναχωρεί όλους. Πρέπει λοιπόν να πούμε το σύγχρονο «ΟΧΙ»  σε ό,τι μας πληγώνει, σε ό,τι μας ταπεινώνει, σε ό,τι στερεί τα όνειρα από τα παιδιά μας και σε ό,τι ορθώνει εμπόδια στην  αξιοπρέπεια και στην ευημερία μας.

Ας ξυπνήσουμε όλοι τον αγωνιστή του 40 που κρύβουμε μέσα μας.

Ζήτω η αθάνατη ελληνική ψυχή ! Ζήτω το έπος του 40!






1 σχόλιο: