Αναγνώστες

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

ΤΑ ΑΝΩΜΑΛΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ


1. Ετερόκλιτα
Ορισμός:
Ετερόκλιτα ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία:
α) σχηματίζονται στον πληθυντικό κατά διαφορετική κλίση.
π.χ.: (ενικ.:) ὁ πρεσβευτής – (πληθ.:) οἱ πρέσβεις.
β) σχηματίζουν μερικές πτώσεις κατά διαφορετική κλίση ή συγχρόνως κατά την ίδια και κατά διαφορετική κλίση.
π.χ.: (ονομ.) ὁ Οἰδίπους – (γεν.) τοῦ Οἰδίποδος / τοῦ Οἰδίπου.



Τα συνηθέστερα ετερόκλιτα ουσιαστικά είναι τα εξής: ὁ υἱός, ὁ πρεσβευτής, ἡ γυνή, τὸ πῦρ, ὁ χρὼς (= το δέρμα, η επιδερμίδα), ὁ Ἄρης και κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
Ενικός αριθμός
Ον.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλ.
ὁ υἱὸς
τοῦ υἱοῦ / υἱέος
τῷ υἱῷ / υἱεῖ
τὸν υἱὸν
(ὦ) υἱὲ
ὁ πρεσβευτὴς
τοῦ πρεσβευτοῦ
τῷ πρεσβευτῇ
τὸν πρεσβευτὴν
(ὦ) πρεσβευτὰ
ἡ γυνὴ
τῆς γυναικὸς
τῇ γυναικὶ
τὴν γυναῖκα
(ὦ) γύναι
τὸ πῦρ
τοῦ πυρὸς
τῷ πυρὶ
τὸ πῦρ
(ὦ) πῦρ

Ενικός αριθμός
Ον.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλ.
ὁ χρὼς
τοῦ χρωτὸς
τῷ χρωτὶ / χρῷ
τὸν χρῶτα
(ὦ) -
ὁ Ἄρης
τοῦ Ἄρεως
τῷ Ἄρει
τὸν Ἄρη / Ἄρην
(ὦ) Ἄρες

Πληθυντικός αριθμός
Ον.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλ.
οἱ υἱοὶ / υἱεῖς
τῶν υἱῶν / υἱέων
τοῖς υἱοῖς / υἱέσι
τοὺς υἱοὺς / υἱέας / υἱεῖς
(ὦ) υἱοὶ / υἱεῖς
οἱ πρέσβεις
τῶν πρέσβεων
τοῖς πρέσβεσι
τοὺς πρέσβεις
(ὦ) πρέσβεις
αἱ γυναῖκες
τῶν γυναικῶν
ταῖς γυναιξὶ
τὰς γυναῖκας
(ὦ) γυναῖκες
τὰ πυρὰ
τῶν πυρῶν
τοῖς πυροῖς
τὰ πυρὰ
(ὦ) πυρὰ
Παρατήρηση:
το ουσιαστικό «ὁ χρὼς» και το κύριο όνομα «ὁ Ἄρης» σχηματίζουν μόνο ενικό αριθμό.
(Για τα ετερόκλιτα ουσιαστικά βλ. και Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, σελ. 89-90, παρ.149).
2. Μεταπλαστά
Ορισμός:
Μεταπλαστά ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία κλίνονται σε όλες τις πτώσεις κατά μία ορισμένη κλίση αλλά το θέμα τους μεταβάλλεται – μεταπλάσσεται σε ορισμένες πτώσεις

Τα συνηθέστερα μεταπλαστά ουσιαστικά είναι τα εξής: ἡ ναῦς, ἡ χείρ, ἡ κλείς, ὁ μάρτυς, ὁ, ἡ κύων, ὁ Ζεύς , τὸ οὖς, τὸ ὕδωρ, τὸ δόρυ, τὸ φρέαρ και κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
Ενικός αριθμός
Ον.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλ.
ἡ ναῦς
τῆς νεὼς
τῇ νηὶ
τὴν ναῦν
(ὦ) ναῦ
ἡ χεὶρ
τῆς χειρὸς
τῇ χειρὶ
τὴν χεῖρα
(ὦ) χεὶρ
ἡ κλεὶς
τῆς κλειδὸς
τῇ κλειδὶ
τὴν κλεῖδα / κλεῖν
(ὦ) κλεὶς

Πληθυντικός αριθμός
Ον.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλ.
αἱ νῆες
τῶν νεῶν
ταῖς ναυσὶ(ν)
τὰς ναῦς
(ὦ) νῆες
αἱ χεῖρες
τῶν χειρῶν
ταῖς χερσὶ(ν)
τὰς χεῖρας
(ὦ) χεῖρες
αἱ κλεῖδες
τῶν κλειδῶν
ταῖς κλεισὶ(ν)
τὰς κλεῖδας / κλεῖς
(ὦ) κλεῖδες

Ενικός αριθμός
Ον.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλ.
ὁ μάρτυς
τοῦ μάρτυρος
τῷ μάρτυρι
τὸν μάρτυρα
(ὦ) μάρτυς
ὁ, ἡ κύων
τοῦ, τῆς κυνὸς
τῷ, τῇ κυνὶ
τὸν, τὴν κύνα
(ὦ) κύον
ὁ Ζεὺς
τοῦ Διὸς
τῷ Διὶ
τὸν Δία
(ὦ) Ζεῦ

Πληθυντικός αριθμός
Ον.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλ.
οἱ μάρτυρες
τῶν μαρτύρων
τοῖς μάρτυσι
τοὺς μάρτυρας
(ὦ) μάρτυρες
οἱ, αἱ κύνες
τῶν κυνῶν
τοῖς, ταῖς κυσὶ(ν)
τοὺς, τὰς κύνας
(ὦ) κύνες

Πληθυντικός αριθμός
Ον.
Γεν.
Δοτ.
Αιτ.
Κλ.
τὰ ὦτα
τῶν ὤτων
τοῖς ὠσὶ(ν)
τὰ ὦτα
(ὦ) ὦτα
τὰ ὕδατα
τῶν ὑδάτων
τοῖς ὕδασι(ν)
τὰ ὕδατα
(ὦ) ὕδατα
τὰ δόρατα
τῶν δοράτων
τοῖς δόρασι(ν)
τὰ δόρατα
(ὦ) δόρατα
τὰ φρέατα
τῶν φρεάτων
τοῖς φρέασι(ν)
τὰ φρέατα
(ὦ) φρέατα
Παρατήρηση:
το κύριο όνομα «ὁ Ζεὺς» σχηματίζει μόνο ενικό αριθμό
(Για τα μεταπλαστά ουσιαστικά βλ. και Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, σελ.90-92, παρ.150).
3. Ανώμαλα κατά το γένος
Ορισμός:
Ετερογενή ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά που έχουν:
α) στον πληθυντικό αριθμό διαφορετικό γένος από ό,τι στον ενικό.
π.χ.: (ενικ.:) ὁ λύχνος – (πληθ.:) τὰ λύχνα.
β) δύο γένη στον πληθυντικό αριθμό.
π.χ.: (ενικ.:) ὁ σταθμὸς – (πληθ.:) οἱ σταθμοὶ και τὰ σταθμά.

Ετερογενή ουσιαστικά είναι τα παρακάτω, τα οποία σχηματίζουν ενικό και πληθυντικό ως εξής:
ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
ὁ λύχνος
ὁ σῖτος
ὁ δεσμὸς
ὁ σταθμὸς
τὸ στάδιον
τὰ λύχνα
τὰ σῖτα
οἱ δεσμοὶ και τὰ δεσμὰ
οἱ σταθμοὶ και τὰ σταθμὰ
τὰ στάδια και οἱ στάδιοι

4. Ιδιόκλιτα
Ορισμός:
Ιδιόκλιτα ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία δεν κλίνονται σύμφωνα με μία από τις τρεις κλίσεις αλλά κλίνονται με ιδιαίτερο τρόπο.
(Για τα ιδιόκλιτα βλ. περισσότερα στη Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, σελ. 92, παρ. 151).
5. Άκλιτα
Ορισμός:
Άκλιτα ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία δεν κλίνονται, διατηρούν δηλαδή σε όλες τις πτώσεις τον ίδιο τύπο.
(Για τα άκλιτα βλ. περισσότερα στη Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής, σελ. 92-93, παρ. 152).
6. Ελλειπτικά
Ορισμός:
Ελλειπτικά ονομάζονται τα ανώμαλα ουσιαστικά τα οποία είναι εύχρηστα μόνο σε ορισμένες πτώσεις.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου