Αναγνώστες

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ


Επειδή το μάθημα της έκφρασης-έκθεσης είναι συνήθως το πρώτο στο οποίο εξετάζονται οι μαθητές της Γ΄Λυκείου στις πανελλαδικές εξετάσεις και συνήθως αποτελεί βαρόμετρο για την συνολική τους προσπάθεια θα παραθέσουμε ορισμένες οδηγίες για την επιτυχία των παιδιών.

Θα μιλήσουμε για τις εκθέσεις του λυκείου, κυρίως. Πιθανό μερικά από όσα θα πούμε να μπορούν να γίνουν κατανοητά και από μαθητές γυμνασίου. 
Θα παραθέσουμε παρακάτω κάποια «μυστικά» που έχουν σχέση με τη λογική στην έκθεση και όχι τόσο με την έκφραση.
Α) Το θέμα συνήθως που μας δίνουν, περιέχει μια διαπίστωση. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να είναι σωστή (και συνήθως είναι σωστή), μπορεί όμως να είναι λανθασμένη, ή τέλος να είναι υπερβολική. Εξετάζουμε λοιπόν και λέμε τη γνώμη μας αν η διαπίστωση είναι ή όχι σωστή ή αν είναι διατυπωμένη με υπερβολή. Και φυσικά, αναφέρουμε και τα επιχειρήματά μας γιατί είναι σωστή ή λαθεμένη ή υπερβολική.
Τι είναι όμως μια διαπίστωση; είναι ένα συμπέρασμα που έχει κάνει κάποιος ή κάποιοι για κάτι, πχ "το κάπνισμα βλάπτει την υγεία". Αυτή είναι μια διαπίστωση των γιατρών, σωστότερα της ιατρικής επιστήμης, για το κάπνισμα και για τα αποτελέσματα που φέρνει στην υγεία του ανθρώπου. Ας δεχτούμε ότι είναι σωστή και χωρίς υπερβολή και ας εξετάσουμε τη διαπίστωση "ο αθλητισμός κάνει καλό στην υγεία". Αυτή η διαπίστωση είναι σωστή μόνο με προϋποθέσεις, ή με άλλα λόγια είναι σωστή μόνο αν η άθληση δεν γίνεται με υπερβολή. Αλλά ακόμα και στην υπερβολή μπορεί να υπάρχουν εξαιρέσεις. Έτσι αν ένα άτομο έχει τα σωματικά προσόντα για ένα άθλημα και αν του αρέσει να ασχολείται με αυτό (αν δηλαδή και ψυχικά κλίνει στο να απασχολείται με αυτό), τότε ας ακολουθήσει την κλίση του (και πάλι όμως με μια προϋπόθεση: να φροντίσει κάπως και για τη μόρφωσή του).
Αυτή τη συνεχή διερεύνηση που κάναμε παραπάνω για τον αθλητισμό, την ονομάζουμε ανάλυση και έχει το σχήμα: αν αυτό, τότε εκείνο, αλλά αν εκείνο τότε το άλλο και αν το άλλο τότε το επόμενο.(Διαβάστε το δοκίμιο ¨Μορφές της ελευθερίας" του Ε. Παπανούτσου κι εκεί θα βρείτε μια διαρκή ανάλυση της έννοιας "ελευθερία").
Η ανάλυση χωρίζεται σε βήματα (αν αυτό τότε το άλλο, αν το άλλο τότε εκείνο κλπ). Συνήθως μετά από κάθε βήμα βγάζουμε (και γράφουμε) ένα συμπέρασμα. Τότε πλέον μιλάμε για σύνθεση. Κάθε ανάλυση συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα συμπεράσματα, οπότε ανάλυση και σύνθεση είναι κάτι ενιαίο. Η έκθεση στο λύκειο αποτελείται και από ανάλυση και από σύνθεση.
Β) Ο ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ
Ο συλλογισμός αποτελείται βασικά από δυο είδη προτάσεων: από αποδεικτικές προτάσεις (αυτές που ονομάζονται και «προκείμενες») και από μια πρόταση που περιέχει το συμπέρασμα. Αποτελείται λοιπόν από δυο βασικά στοιχεία, από αποδεικτικές προτάσεις και από συμπέρασμα.
Αυτό το σχήμα «αποδεικτικές – συμπέρασμα» αφορά οποιοδήποτε συλλογισμό, όπως και αν τον ονομάζουμε (είτε κατηγορικό, είτε διαζευκτικό, είτε υποθετικό, είτε παραγωγικό, είτε επαγωγικό).
Ένας συλλογισμός αποτελεί στην ουσία μια παράγραφο.
Καθώς τελειώνουμε έναν συλλογισμό ξεκινάμε έναν άλλο, ή με άλλα λόγια καθώς τελειώνουμε μια παράγραφο ξεκινάμε να γράψουμε μια νέα παράγραφο, άσχετα αν τις γράψουμε κολλημένες τη μια με την άλλη. Στην ουσία τότε γράφουμε δυο παραγράφους, έστω και αν φαίνονται σαν μια.
Τώρα, εκτός από τα δυο βασικά είδη προτάσεων όταν γράφουμε έναν συλλογισμό (δηλαδή μια παράγραφο), μπορεί να χρειαστεί να βάλουμε κάποια ή κάποιες επεξηγήσεις. Αυτό είναι ένα τρίτο στοιχείο που γράφουμε σε μια παράγραφο.
Τα δυο βασικά στοιχεία ενός συλλογισμού και της παραγράφου του, οι αποδεικτικές δηλαδή προτάσεις και το συμπέρασμα, έχουν σχέση με τη συλλογιστική πορεία που ακολουθεί ο νους μας για την κατάρτισή τους. Το τρίτο στοιχείο, οι επεξηγήσεις, έχουν σχέση με την κατανόηση από τον αναγνώστη κάποιου όρου που γράψαμε.
Ένα τέταρτο στοιχείο που υπάρχει σε ένα συλλογισμό/παράγραφο είναι τα συνδετικά που τον/την συνδέουν με ένα προηγούμενο ή με έναν επόμενο συλλογισμό/παράγραφο. Τα συνδετικά μπορεί να είναι ή μόνον μια λέξη ή μόνον μια φράση ή και μια πρόταση ολόκληρη.
(Όταν διαβάζουμε ένα κείμενο, πχ ένα δοκίμιο, βρίσκουμε να υπάρχει στις παραγράφους του αρκετές φορές και ένα πέμπτο στοιχείο: μια πρόσθετη και χρήσιμη πληροφορία που θεωρεί ο συγγραφέας σκόπιμο να τη γράψει για να μας ενημερώσει για κάτι που είναι σχετικό με το θέμα που αναπτύσσει στο δοκίμιό του. Όταν γράφουμε έκθεση καλό είναι να αποφεύγουμε να γράψουμε οποιαδήποτε πρόσθετη πληροφορία, εκτός αν τη θεωρούμε τελείως απαραίτητη).
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΝΟΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:
Το συμπέρασμα ενός συλλογισμού παίρνει διάφορες ονομασίες. Αν το γράψουμε στην αρχή του (στην αρχή της παραγράφου), το ονομάζουμε θεματική πρόταση. Αν το γράψουμε στο τέλος του, το λέμε συμπέρασμα αλλά και κατακλείδα.
Πολλές φορές το συμπέρασμα το γράφουμε και στην αρχή ενός συλλογισμού (και της παραγράφου) ως θεματική πρόταση, μετά ακολουθούν αποδεικτικές προτάσεις και στο τέλος ξαναγράφουμε το συμπέρασμα, που το ονομάζουμε και κατακλείδα. Τότε η παράγραφός μας έχει το σχήμα: θεματική πρόταση- αποδεικτικές προτάσεις- συμπέρασμα/κατακλείδα.
ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ:
Για να βγει το συμπέρασμα σε ένα συλλογισμό μπορεί να είναι αρκετή μια μόνον αποδεικτική πρόταση (πχ: ο Σωκράτης ήταν θνητός, γιατί ήταν άνθρωπος), μπορεί να χρειάζονται δυο αποδεικτικές προτάσεις (πχ: όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί, ο Σωκράτης ήταν άνθρωπος, άρα ήταν θνητός), ή μπορεί να χρειάζονται περισσότερες από δυο αποδεικτικές προτάσεις (πχ: η βία υπήρχε πάντα, και στην αρχαιότητα με τη μορφή της δουλείας, και στον μεσαίωνα με τη μορφή της ιεράς εξέτασης και στη νεότερη εποχή μέχρι σήμερα ως αποικιοκρατία, ως φυλετικές διακρίσεις, ως θρησκευτικές και πολιτικές μισαλλοδοξίες, ως γενοκτονίες κλπ).
Δυο περιπτώσεις όπου λείπουν αποδεικτικές προτάσεις:
Μερικές φορές όταν λέμε τελείως γνωστά συμπεράσματα, αντικαθιστούμε τις αποδεικτικές προτάσεις με τη φράση «όπως είναι γνωστό», ή άλλη παρόμοια, και μετά προχωράμε σε ό,τι παραπέρα θέλουμε να γράψουμε. Πχ: «η βία όπως είναι γνωστό υπήρχε πάντοτε. Ας εξετάσουμε λοιπόν κυρίως, τα αίτια στα οποία οφείλεται η βία» (συνεχίζουμε αναφέροντας τα αίτια).
Μια δεύτερη περίπτωση, όταν ένα η περισσότερα συμπεράσματα είναι τελείως γνωστά και ξέρουμε ότι αυτός που θα τα διαβάσει δεν θέλει να τα αποδείξουμε, είναι να παραλείψουμε να γράψουμε τελείως αποδεικτικές προτάσεις. Παράδειγμα το εξής σκαρίφημα: «Βία υπήρχε και υπάρχει πάντοτε. Τα αίτια της είναι κυρίως τα οικονομικά συμφέροντα, οι θρησκευτικές, πολιτικές και φυλετικές μισαλλοδοξίες, αλλά και το ότι δεν έχει εισχωρήσει ο ανθρωπισμός σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σε όλα τα πλάτη και μήκη του πλανήτη μας. Όλα αυτά είναι γνωστά και δεν χρειάζονται νομίζω αποδείξεις, γι’ αυτό ας εξετάσουμε από εδώ και πέρα τα αποτελέσματα που φέρνει η βία, θέμα που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον» (και συνεχίζουμε στην επόμενη ή στις επόμενες παραγράφους μας με τα αποτελέσματα).
{Διαβάστε το δοκίμιο του Μανόλη Ανδρόνικου «η προστασία του περιβάλλοντος» όπου θα βρείτε στην εισαγωγή του μια τέτοια παράγραφο με πολλά συμπεράσματα, χωρίς αποδεικτικές προτάσεις, παράγραφο που χρησιμοποίησα ως πρότυπο για να κατασκευάσω το παραπάνω σκαρίφημα}.
Γ) Για την παράγραφο μπορούμε ακόμα να πούμε τα εξής, για να ξεδιαλύνουμε μερικά πράγματα:
Τα παραπάνω που αναφέρθηκαν αφορούν την αποδεικτική παράγραφο. Υπάρχουν ακόμα δυο άλλες κατηγορίες παραγράφων, η περιγραφική παράγραφος και η αφηγηματική παράγραφος. Εκεί τα πράγματα είναι κάπως διαφορετικά και δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στο πώς συντάσσονται, γιατί τέτοιες παραγράφους δεν χρησιμοποιούμε στην έκθεση λυκείου. Η κύρια διαφορά τους με την αποδεικτική παράγραφο είναι ότι στην αποδεικτική αναπτύσσουμε (γράφουμε) ολόκληρο το συλλογισμό, δηλαδή αποδεικτικές προτάσεις και συμπέρασμα (πχ, ο Σωκράτης ήταν θνητός, γιατί ήταν άνθρωπος), ενώ στην περιγραφική παράγραφο λέμε απλά αυτό που παρατηρούμε (πχ κόκκινο τριαντάφυλλο, χωρίς να γράψουμε το συλλογισμό με βάση τον οποίο βγάλαμε το συμπέρασμα ότι αυτό το τριαντάφυλλο είναι κόκκινο), και το ίδιο κάνουμε και στην αφηγηματική παράγραφο (όπου εκθέτουμε ένα γεγονός, χωρίς να παρουσιάζουμε αποδείξεις ότι αυτό πράγματι συνέβηκε, πχ «μετά ο πράκτορας 007 πήδηξε από την ταράτσα στην ταράτσα της επόμενης πολυκατοικίας και ξέφυγε από τον Χρυσοδάκτυλο που τον κυνηγούσε!). Αντίθετα, στην αποδεικτική παράγραφο κάθε συμπέρασμα που λέμε πρέπει να το αποδεικνύουμε (εκτός από τις δυο εξαιρέσεις που αναφέραμε όπου δεν γράφουμε αποδεικτικές προτάσεις).
Η αποδεικτική παράγραφος είναι μια ολόκληρη κατηγορία που έχει περίπου τριάντα είδη (8/6/2011 διορθώνω: περίπου είκοσι είδη) . Με άλλα λόγια, τα είδη της αποδεικτικής παραγράφου είναι περίπου είκοσι. Υπάρχουν μονές αποδεικτικές παράγραφοι, διπλές και πολλαπλές. Τα είδη αυτά τα αναφέρω στο βιβλίο μου «Για την παράγραφο», αλλά και στο Συντακτικό της Παραγράφου που το έχω αναρτήσει στο ίντερνετ, από όπου μπορεί κανείς να ενημερωθεί χωρίς κανένα έξοδο. Ακόμη να το εκτυπώσει για να το έχει στη βιβλιοθήκη του και να το συμβουλεύεται, όποτε έχει χρόνο και διάθεση.
Από εκεί θα αντλήσω και μερικά πράγματα που θα αναφέρω στις επόμενες σελίδες, πράγματα που νομίζω ότι πρέπει να έχει υπόψη του ο μαθητής που γράφει έκθεση στο λύκειο.
-Πότε γράφουμε έναν παραγωγικό συλλογισμό και πότε έναν επαγωγικό;
Οι συλλογισμοί χωρίζονται σε δυο μεγάλες γενικές κατηγορίες. Σε αυτούς που βεβαιώνουν κάτι και σε αυτούς που πιθανολογούν για κάτι.
Οι συλλογισμοί που βεβαιώνουν ονομάζονται παραγωγικοί, ενώ οι άλλοι που πιθανολογούν ονομάζονται επαγωγικοί.
Τους επαγωγικούς συλλογισμούς θα τους συναντήσουμε σε πολλά κείμενα πολλών και διάφορων συγγραφέων και θα τους καταλάβουμε αν μέσα στη θεματική τους πρόταση ή στο συμπέρασμά τους έχουν λέξεις όπως πιθανόν, μπορεί, ίσως, ενδέχεται, μάλλον, νομίζω, θεωρώ, και άλλες παρόμοιες. Οι (σοβαροί) συγγραφείς δηλαδή όταν τους χρησιμοποιούν, κρατούν μια επιφύλαξη ότι τα πράγματα μπορεί να είναι και κάπως διαφορετικά και όχι ακριβώς όπως τα λένε, όπως τα συμπεραίνουν.
Κι εμείς φυσικά όταν ως μαθητές γράφουμε, χρησιμοποιούμε πάρα πολλές φορές επαγωγικούς συλλογισμούς. Πρέπει όμως τότε για να είμαστε σωστοί, να διατηρήσουμε μια μικρή επιφύλαξη να χρησιμοποιήσουμε δηλαδή λέξεις, όπως μπορεί, μάλλον, ενδέχεται, ίσως, το πιθανότερο είναι, νομίζω, θεωρώ και άλλες παρόμοιες, που αφήνουν περιθώριο να εννοήσει ό αναγνώστης του κειμένου μας ότι μάλλον αυτή είναι η αλήθεια έτσι όπως την υποψιαζόμαστε, την υποθέτουμε, την πιθανολογούμε και τη γράφουμε, αλλά ότι μπορεί να είναι και λίγο διαφορετικά.
Το ερώτημα τώρα που μπορεί να θέσει ένας μαθητής είναι, πότε θα χρησιμοποιήσω παραγωγικό και πότε επαγωγικό συλλογισμό σε μια παράγραφό μου.
Ας ξεκινήσουμε αντίστροφα και να πούμε αρχικά πότε χρησιμοποιούμε παραγωγικούς συλλογισμούς. Τους χρησιμοποιούμε όταν ξέρουμε (όταν είναι γνωστό) ότι υπάρχουν επαρκείς αποδεικτικές προτάσεις που θεμελιώνουν και βεβαιώνουν χωρίς καμιά αμφιβολία τη θεματική μας πρόταση ή το συμπέρασμά μας.
Έτσι, πχ τους χρησιμοποιούμε α) στη λύση πολλών μαθηματικών ασκήσεων, γιατί ξέρουμε ή πρέπει να ξέρουμε ότι υπάρχουν οι αναγκαίες και επαρκείς αποδεικτικές που λύνουν τις ασκήσεις, αλλά και β) στον «καθημερινό» λόγο. Πχ για τη θεματική πρόταση «βία στην ιστορική εποχή υπήρχε πάντα», θα χρησιμοποιήσουμε παραγωγικό συλλογισμό, μια και η ιστορία μας βεβαιώνει ότι στην ιστορική τουλάχιστον εποχή (και στην αρχαιότητα, και στο μεσαίωνα και μετέπειτα μέχρι σήμερα) πάντοτε υπήρχε βία, και θα σχηματίσουμε την εξής περίπου παράγραφο: «βία υπήρχε πάντα, στην αρχαιότητα με τη μορφή της δουλείας, στο μεσαίωνα ως Ιερά εξέταση, και μετά μέχρι σήμερα ως αποικιοκρατία, ως θρησκευτικές, φυλετικές, ιδεολογικές και λοιπές διακρίσεις».
Όταν όμως δεν είμαστε βέβαιοι 100% για την αλήθεια της θεματικής μας πρόταση ή για το συμπέρασμά μας, όταν δηλαδή δεν υπάρχουν επαρκείς αποδεικτικές προτάσεις, ή όταν μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει για κάποιο ουσιαστικό λόγο τη θεματική μας πρόταση ή το συμπέρασμά μας,, τότε χρησιμοποιούμε επαγωγικό συλλογισμό. Διατυπώνουμε τότε έτσι τη θεματική μας πρόταση ή το συμπέρασμά μας που να δείχνει ότι μπορεί τα πράγματα να είναι έτσι όπως τα λέμε, αλλά ίσως και λίγο διαφορετικά.
Παραδείγματα παραγράφων με επαγωγικούς συλλογισμούς στα μαθηματικά είναι διάφορες δειγματοληπτικές έρευνες που μιλάνε πάντοτε με ποσοστά, πράγμα που δείχνει ότι μιλάνε με πιθανότητα και όχι με απόλυτη βεβαιότητα. Όσον αφορά τον «καθημερινό» λόγο ας δούμε αμέσως παρακάτω τρία παραδείγματα:
Παράδειγμα 1ο
Η ποίηση μπορεί να διαιρεθεί, αδρομερώς, σε τρία είδη. Στην επική, στη λυρική και στη δραματική.
Παράδειγμα 2ο
Τα αίτια της βίας μπορούν να χωριστούν σε τέσσερις κυρίως κατηγορίες. Στα οικονομικά αίτια και συμφέροντα, στις διακρίσεις (φυλετικές, θρησκευτικές), σε ιδεολογικά και πολιτικά αίτια, και τέλος, στο αδιαπαιδαγώγητο ορισμένων χαρακτήρων ( βία ανδρών κατά γυναικών, βία ενηλίκων κατά παιδιών κτλ).
Παράδειγμα 3ο Το καλό κατάστημα
Το κατάστημα Χ είναι καλό κατάστημα.
Γιατί είναι μοντέρνο, και είναι μοντέρνο γιατί διαθέτει σύστημα κλιματισμού, χώρους ξεκούρασης και αναψυχής για τους πελάτες του, γιατί είναι καθαρό, γιατί οι υπάλληλοί του είναι ευγενικοί και πρόθυμοι, γιατί τέλος, έχει ποικιλία ειδών και σε καλές τιμές.
Γι’ αυτούς τους λόγους το θεωρώ καλό κατάστημα.
► ΣΧΟΛΙΑ:
Στο πρώτο από τα παραπάνω παραδείγματα μπορεί να υποστηρίξει κάποιος ότι η ποίηση χωρίζεται και σε βουκολική, οπότε ανατρέπεται κατά ένα βαθμό το συμπέρασμα ότι η ποίηση χωρίζεται σε τρία μόνο είδη.
Στο δεύτερο, να υποστηρίξει κάποιος ότι τα αίτια χωρίζονται σε δυο κυρίως κατηγορίες, σε αυτά που σχετίζονται με τον άνθρωπο ως άτομο (το αδιαπαιδαγώγητο του χαρακτήρα του) και σ’ αυτά που σχετίζονται με ομάδες ανθρώπων (όλα τα άλλα αίτια). Οπότε κι εδώ έχουμε ανατροπή κατά κάποιο ποσοστό του συμπεράσματος.
Στο τρίτο παράδειγμα μπορεί να προσθέσει κάποιος α) «ότι εγώ πήγα σ’ αυτό το κατάστημα και βρωμοκοπούσαν οι τουαλέτες του», οπότε το συμπέρασμα ότι είναι καλό το κατάστημα περιορίζεται κατά αρκετό βαθμό (ναι, είναι καλό με εξαίρεση τις τουαλέτες, που δεν είναι καθαρές). Εάν μάλιστα κάποιος πει ότι β) «το αφεντικό του καταστήματος αυτού πουλάει ναρκωτικά στους πελάτες», τότε το συμπέρασμα ανατρέπεται τελείως.
Γι’ αυτό οι συγγραφείς αυτών των παραδειγμάτων, βάλανε είτε στο συμπέρασμά τους είτε σε κάποια άλλη πρόταση της παραγράφου τους, λέξεις που δείχνουν ότι μπορεί τα πράγματα να είναι όχι έτσι όπως τα λένε, αλλά και από λίγο έως πολύ διαφορετικά.
Πολύ διαφορετικά, όπως προκύπτει από όσα είπαμε παραπάνω, μπορεί να είναι τα πράγματα στο τρίτο παράδειγμα εάν στο κατάστημα Χ πωλούν ναρκωτικά. Στην πρώτη περίπτωση αυτού του παραδείγματος όπως και στα άλλα δυο, όσα λέγονται πλησιάζουν πολύ στην πραγματικότητα, πλησιάζουν πολύ στην αλήθεια.
► Και τώρα γεννιέται το ερώτημα: Μα δεν μπορούμε να γράψουμε για κάτι ότι είναι πχ καλό; Η απάντηση είναι ότι θα το γράψουμε, διατηρώντας όμως μιαν επιφύλαξη.
Οι παραγωγικοί συλλογισμοί δείχνουν μια βεβαιότητα 100%. Οι επαγωγικοί δείχνουν μια πιθανότητα, που μπορεί να φθάνει από 1- 99%. Πάντα αφήνουν ένα περιθώριο λάθους.
Με άλλη διατύπωση:
Παραγωγικό συλλογισμό κάνουμε όταν η πραγματικότητα μας παρέχει αναντίρρητες αποδείξεις για ένα συμπέρασμα. Μας παρέχει αποδείξεις ότι το συμπέρασμα που θα βγάλουμε είναι εκατό τοις εκατό σωστό.
Επαγωγικό συλλογισμό κάνουμε όταν πιθανολογούμε ότι το συμπέρασμά μας θα είναι ορθό. Όταν δηλαδή η πραγματικότητα μας παρέχει κάποιες ενδείξεις ότι μπορεί το συμπέρασμα που θα βγάλουμε να είναι σωστό, μπορεί όμως τελικά να αποδειχθεί και κάπως λανθασμένο έως τελείως λανθασμένο. Τότε γράφουμε το συμπέρασμά μας κρατώντας κάποιες επιφυλάξεις. Όχι δηλαδή ως βέβαιο, αλλά ως πιθανό.
Ένα ακόμα ουσιαστικό πράγμα που πρέπει να έχουμε υπόψη μας, είναι ότι α) είναι λάθος να γράφουμε με επιφύλαξη ένα συμπέρασμα που είναι βέβαιο, λχ είναι λάθος να πούμε ότι βία μάλλον υπήρχε πάντοτε, και β) είναι λάθος να παρουσιάσουμε ένα συμπέρασμα ως βέβαιο, ενώ είναι μόνο πιθανό, λχ ότι ο αθλητισμός κάνει καλό σε όλους (εδώ το συμπέρασμα είναι πιθανό έως 99%, γιατί υπάρχει περίπτωση 1% ο αθλητισμός να βλάπτει κάποιες κατηγορίες ανθρώπων, λόγου χάρη τους καρδιακούς). 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου