Αναγνώστες

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

ΠΩΣ ΠΡΟΗΛΘΑΝ ΦΡΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΤΑΚΕΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕ ΟΛΟΙ: ¨ΣΙΓΑ ΤΟΝ ΠΟΛΥΕΛΑΙΟ", "ΠΡΑΣΙΝΑ ΑΛΟΓΑ", "ΤΟΝ ΕΠΙΑΣΑΝ ΣΤΑ ΠΡΑΣΑ" κ.λ.π.

Λέμε συχνά τις φράσεις: "Σιγά τον πολυέλαιο"  ή "τον έπιασαν στα πράσα" ή " τι να κάνω εγώ, να μυρίσω τα νύχια μου;" Πώς όμως προήλθαν οι παραπάνω φράσεις καθώς και άλλες παρόμοιες; Η απάντηση λίγο πιο κάτω.

.
«Σιγά Τον Πολυέλαιο»

Τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση του 1821 και αφού ένα τμήμα της Ελλάδος έγινε ανεξάρτητο κράτος, άρχισε και η λειτουργία της Βουλής. Στην οροφή της κρεμόταν ένας αρκετά βαρύς πολυέλαιος, αλλά όχι ιδιαίτερης αξίας. Οι οπλαρχηγοί, οι οποίοι συνήθιζαν να έρχονται στην αίθουσα των συνεδριάσεων αρματωμένοι, όταν «άναβαν τα αίματα», άρχιζαν να ρίχνουν κουμπουριές προς το ταβάνι, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να πέσει ο πολυέλαιος και να τραυματισθούν οι παρευρισκόμενοι. Οι ψυχραιμότεροι λοιπόν, φώναζαν «Προσέξτε τον πολυέλαιο», οι άλλοι απαντούσαν «Σιγά τον πολυέλαιο!» και έτσι, η έκφραση έμεινε.

 «Πράσσειν άλογα» και όχι «πράσινα άλογα» 

Όταν κάποιος σε μία συζήτηση μας λέει πράγματα με τα οποία διαφωνούμε ή μας ακούγονται παράλογα, συνηθίζουμε να λέμε: "Μα τί είναι αυτά που μου λες; Αυτά είναι αηδίες και πράσσειν άλογα!"...Το "πράσσειν άλογα" λοιπόν, δεν είναι πράσινα άλογα όπως πιστεύει πολύς κόσμος, όπως τα μικρά μου πόνυ, αλλά αρχαία ελληνική έκφραση...Προέρχεται απ' το ενεργητικό απαρέμφατο του ρήματος "πράττω" ή/και "πράσσω" (τα δύο τ, αντικαθίστανται στα αρχαία και από δύο σ), που είναι το "πράττειν" ή/και "πράσσειν" και του "άλογο" που είναι ουσιαστικά το ουσιαστικό "λόγος"=λογική (σε μία από τις έννοιες του) με το α στερητικό μπροστά. Α-λογο=παράλογο =>Πράσσειν άλογα, το να κάνει κανείς παράλογα πράγματα.

« Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς »

Στα χρόνια του Όθωνα, βρισκόταν σε κάποιο σοκάκι στο Ναύπλιο η ταβέρνα της Μιχαλούς. Παραδόπιστη και εκμεταλλεύτρα, από τον καιρό που πέθανε ο άντρας της, είχε μια περιορισμένη πελατεία, που τους έκανε πίστωση για ένα χρονικό διάστημα, μετά το τέλος του οποίου έπρεπε να εξοφληθεί ο λογαριασμός. Αλίμονο σε κείνον που δε θα ήταν συνεπής. Η Μιχαλού, κυριολεκτικά τον εξευτέλιζε. Ανάμεσα σε αυτούς τους οφειλέτες ήταν και ένας ευσυνείδητος που του ήταν αδύνατο να βρει τρόπο να την εξοφλήσει, γιατί δεν είχε εκείνο τον καιρό δουλειά. Μέρα και νύχτα γύριζε ο άνθρωπος τους δρόμους παραμιλώντας. Όταν κανείς ρωτούσε να μάθει τι είχε ο άνθρωπος αυτός, απαντούσαν : « αυτός χρωστάει της Μιχαλούς ».

"Τουμπεκί"

«Τουμπεκί » λέγεται τουρκικά ο καπνός για τον αργιλέ, που τον κάπνιζαν στα διάφορα καφενεία της παλιάς εποχής. Τον αργιλέ τον ετοίμαζαν οι «ταμπήδες» των καφενείων και επειδή αυτοί έπιαναν την κουβέντα κι αργούσαν να τον τον πάνε στον πελάτη, εκείνος με τη σειρά του φώναζε: «κάνε τουμπεκί ». Όσοι κάπνισαν ναργιλέ ήταν και από φυσικού τους λιγομίλητοι και δεν τους άρεσε η «πάρλα», οι φλυαρίες. Με τις ώρες κρατούσαν στα χείλη τους το «μαρκούτσι» του ναργιλέ, απολαμβάνοντας μακάρια και σιωπηλά το τουμπεκί, που σιγόκαιγε στο λουλά. Και αν κάνεις, που κι αυτός κάπνιζε ναργιλέ δίπλα του, άνοιγε πλατιά κουβέντα, οι μερακλήδες της παρέας του έλεγαν: « Κάνε τουμπεκί», δηλαδή, κάπνιζε και μη μιλάς. Τώρα για το « ψιλοκομμένο » τουμπεκί, ήταν η τέχνη του «ταμπή» να του το προσφέρει ψιλοκομμένο, που ήταν και καλύτερο.

«Τον έπιασαν στα πράσα»

Ο Θεόδωρος Καρράς, ηταν αρχηγός συμμορίας των Αθηνών που έκλεβε σπίτια και καταστήματα. Όταν ένα βράδυ πήγαν να κλέψουν έναν παπά που φήμες έλεγαν ότι είναι πάμπλουτος ο παπάς τον αντιλήφθηκε, τον έπιασε και τον παρέδωσε στην αστυνομία, η οποία στη συνέχεια εξάρθρωσε και όλη τη συμμορία του. Το σπίτι του παπά ήταν περιτριγυρισμένο από κήπο γεμάτο πράσα και εκεί ακριβώς τον έπιασαν.


«Έφαγε / ήπιε τον άμπακο»


 'Αμπακος (αντιδάνειο μέσω του ιταλ. abbaco) είναι ο αρχαίος άβαξ, το πινάκιο για τους λογαριασμούς. 'Αμπακος ονομάστηκε επίσης, από τον λαό, το πρώτο ελληνικό βιβλίο πρακτικής αριθμητικής, του Εμμ. Γλυνζωνίου, που τυπώθηκε επί τουρκοκρατίας και θεωρήθηκε ότι περικλείει το άπαν της σοφίας, εξ ου και η παλιά έκφραση "ξέρει τον άμπακο". Σιγά-σιγά, η λ. άμπακος προσέλαβε τη σημασία της μεγάλης ποσότητας γενικώς (π.χ. "του έψαλε τον άμπακο") και τελικά περιορίστηκε στη μεγάλη ποσότητα φαγητού ή πιοτού. "Τί ήρθες να κάμεις, μωρέ αρχοντογούρουνο, και συ στον κόσμο; 'Εφαγες τον περίδρομο, ήπιες τον άμπακα"  Καζαντζάκης, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, σ. 225

«Μυρίζω τα νύχια μου».

Aπό την αρχαία τελετουργική συνήθεια, κατά την οποία οι ιέρειες των μαντείων βουτούσαν τα δάχτυλά τους σ' ένα υγρό με βάση το δαφνέλαιο, τις αναθυμιάσεις του οποίου εισέπνεαν καθώς τα έφερναν κατόπιν κοντά στη μύτη τους και μ' αυτό τον τρόπο έρχονταν σε έκσταση και προμάντευαν τα μελλούμενα.

«Τα 'κανε ρόιδο» 

Σε πολλά μέρη της πατρίδας μας υπάρχει η συνήθεια, πριν μπει η νύφη στο σπίτι του γαμπρού, να χτυπάει πάνω στην πόρτα ένα ρόδι χαραγμένο σταυρωτά και ύστερα να το ρίχνει στο πάτωμα, για να σκορπίσουν οι κόκκοι. Έτσι συμβολίζεται η είσοδος στο σπίτι τόσων καλών, όσα και τα σπυριά του ροδιού. Στη Σίφνο συνηθίσουν τη φράση « θέλω να πατήσω το ρούδι που θα πεί για μια νέα "θέλω να παντρευτώ". Τώρα φαντάζεστε, βέβαια, όταν η νύφη πατήσει το ρόδι στο πάτωμα, τι ανακατωσούρα γίνεται με τα σκορπισμένα σπυριά. Από 'δώ λέγεται ότι προήλθε η φράση «τα έκανες ρόιδο», που σημαίνει πως κάποιος αδέξια χειρίστηκε κάποιο ζήτημα και τελικά δεν πέτυχε.

 «Του έβαλε τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι» 

Ανάμεσα στους διασκεδαστές των ανακτόρων του Βυζαντίου, υπήρχαν και νάνοι. Οι αυτοκράτορες τους είχαν παραχωρήσει παρά πολλά προνόμια. Ήταν εκλεκτοί τους. Τους είχαν ακόμα και σαν συμβούλους αλλά και σαν κατασκόπους. Όταν όμως
παρεκτρέπονταν, τους έβαζαν τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι και τους αφήναν να κυκλοφορούν έτσι. Η σκληρή αυτή τιμωρία, μπορεί να κρατούσε και έξι μήνες.

«Έφαγα χυλόπιτα» 

Γύρω στα 1815 υπήρχε κάποιος κομπογιαννίτης, ο Παρθένης Νένιμος, ο οποίος ισχυριζόταν πως είχε βρει το φάρμακο για τους βαρύτατα ερωτευμένους. Επρόκειτο για ένα παρασκεύασμα από σιταρένιο χυλό ψημένο στο φούρνο. Όσοι λοιπόν αγαπούσαν χωρίς ανταπόκριση, θα έλυναν το πρόβλημά τους τρώγοντας αυτή τη θαυματουργή πίτα  και μάλιστα επί τρεις ημέρες, κάθε πρωί, τελείως νηστικοί. 

"Αλλουνού παπά Ευαγγέλιο"  

Κάποιος παπάς σε ένα χωριουδάκι της Κεφαλλονιάς, αγράμματος, πήγε να λειτουργήσει σ’ ένα άλλο χωριό, γιατί ο παπάς του χωριού είχε αρρωστήσει για πολύν καιρό. Ο παπάς όμως, στο δικό του Ευαγγέλιο, μια και ήταν αγράμματος, είχε βάλει δικά του σημάδια κι έτσι κατάφερνε να το λέει. Εδώ όμως, στο ξένο Ευαγγέλιο, δεν υπήρχαν τα σημάδια, γιατί ο παπάς αυτού του χωριού δεν τα είχε ανάγκη, μια και ήταν μορφωμένος. Άρχισε, λοιπόν, ο καλός μας παπάς, να λέει το Ευαγγέλιο που λέγεται την Κυριακή του Ασώτου. Τοτε κάποιος από το εκκλησίασμα του φώναξε!
-"Τι μας ψέλνεις εκεί παπά; αυτό δεν είναι το σημερινό Ευαγγέλιο...".
- Εμ. Τι να κάνω; απάντησε αυτός. "Αυτό είναι άλλου παπά - Ευαγγέλιο".
Και από τότε έμεινε η φράση!

«Είσαι βλάκας με περικεφαλαία» 

Ο Ιωάννης Κωλέττης, έζησε πολλά χρόνια στη Γαλλία. Εκεί άκουσε μια φράση που την είπε ο Μέγας Ναπολέοντας, του άρεσε και την έφερε στην Ελλάδα κάπως αλλαγμένη.  Ο Μέγας Ναπολέοντας είχε πει κάποτε πως: "Διακρίνουμε δύο τύπους στρατιωτών: τους μαχητές, που είναι έξυπνοι και δραστήριοι και τους στρατιώτες, που τους χρησιμοποιούν για τις παρελάσεις και που πρέπει να είναι βλάκες, για να μπορούν να στέκουν ώρες ολόκληρες στους δρόμους και στις πλατείες σαν τα αγάλματα! Σ' αυτές τις παρατάξεις χρησιμοποιούσαν πιο πολύ ρακοφόρους, που φορούσαν περικεφαλαίες με ένα λοφίο από πάνω θυσανωτό (φουντωμένο) και που τους έλεγαν Θωρακοφόρους βλάκες, για να δημιουργηθεί αμέσως η έκφραση: "ΒΛΑΚΑΣ ΣΑΝ ΘΩΡΑΚΟΦΟΡΟΣ". Στην Ελλάδα όμως, επειδή δεν είχαμε τέτοιο σώμα στρατού, την άλλαξε, τη διαμόρφωσε την έκφραση αυτή ο Κωλέττης και την έκανε: "είναι βλάκας με λοφίο" ή βλάκας με πατέντα" δηλαδή με δίπλωμα, όπως μεταφράζεται, η ιταλική λέξη "πατέντα". Τη φράση αυτή τη μεταχειριζόμαστε σε περίπτωση που βλέπουμε ανθρώπους πολύ καθυστερημένους στο μυαλό. 

«Πήραν τα μυαλά του αέρα» 

Αυτή η φράση έμεινε από το Βυζάντιο , που στην πλώρη κάθε μεγάλου Βυζαντινού πλοίου , ήταν τοποθετημένη μία προτομή κεφαλιού λιονταριού ή άλλου θηρίου που είχε το στόμα του διαρκώς ανοιχτό και εκτόξευε "υγρό πυρ" . Για να μπορούσε λοιπόν το υγρό να τινάζεται μακριά έστελναν στο κεφάλι, από έναν σωλήνα με ειδικές φυσούνες, άφθονο αέρα.

«Μιλάει Αλά Μπουρνέζικα» 

Τα μπουρνέζικα είναι γλώσσα φυλής της Σούδας η οποία ήταν στην Ελλάδα μαζί με Τουρκικά στρατεύματα
και φυσικά επειδή κανείς Έλληνας δεν τους καταλάβαινε προέκυψε η φράση, αυτοί μιλούν Αλά Μπουρνέζικα και είναι δυο λέξεις όχι μια, κάτι σαν το Αλά Γαλλικά 

2 σχόλια:

  1. Καλημέρα Πέτρο!
    Δεν το 'ξερά ότι η Μιχαλού ήταν υπαρκτό πρόσωπο, εξεπλάγην!
    Φοβερή κι η ιστορία με τον πολυέλαιο. Μόνο που μάλλον δεν έπρεπε να βαράνε προς το ταβάνι οι οπλαρχηγοί...:)
    Ε, τα πράσινα άλογα τα ήξερα, από το ροκ συγκρότημα με αυτό το όνομά!
    Για το άμπακο δεν ήξερα την ιστορία, αλλά τον πίνω χρόνια τώρα σε τσίπουρο :)
    Τις χυλόπιτες μόνο τις έτρωγα στη ζωή μου, πήγαινα στη γωνιά μου και χρούτσου χρούτσου τις μασουλούσα και όντως βοηθούσαν... το ότι κάποιος κάποτε τις πουλούσε όμως, δεν μπορούσα να το φανταστώ... έπρεπε να μυρίσω τα νύχια μου ...:)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και εγώ Νίκο δεν τά 'ξερα όλα. Κάποια ψάχνοντας τά 'μαθα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή