Αναγνώστες

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

ΟΛΑ ΤΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ ΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, ΟΜΑΛΑ ΚΑΙ ΑΝΩΜΑΛΑ.

Σ' αυτή την ανάρτηση συγκεντρώσαμε όλα τα συνηρημένα ρήματα της αρχαίας ελληνικής και από τις τρεις τάξεις: σε -αω -ω, -εω -ω, και-οω -ω ομαλά και ανώμαλα. Καλή μελέτη! 

ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ Ή ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΑ ΡΗΜΑΤΑ

Τὰ φωνηεντόληκτα ῥήματα ποὺ ἔχουν χρονικὸ χαρακτῆρα α ἤ ε ἤ ο συναιροῦν τὸ φωνῆεν αὐτὸ στὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸ μὲ τὸ ἀκόλουθο φωνῆεν τῶν (ὁλικῶν) καταλήξεων καὶ γιὰ τοῦτο λέγονται συνηρημένα΄ λέγονται ὅμως καὶ περισπώμενα, γιατὶ ὁ συνηρημένος τύπος τους στὸ α’ πρόσωπο τῆς ὁριστικῆς τοῦ ἐνεστῶτα παίρνει περισπωμένη.
Τὰ συνηρημένα ῥήματα διαιροῦνται κατὰ τὸν χαρακτῆρα σὲ τρεὶς τάξεις:
στὴν α’ τάξη ἀνήκουν ὅσα λήγουν σὲ -άω (χαρακτῆρας α): τιμάω-τιμῶ΄
στὴ β’ τάξη ἀνήκουν ὅσα λήγουν σὲ -έω (χαρακτῆρας ε): ποιέω-ποιώ΄
στὴν γ’ τάξη ἀνήκουν ὅσα λήγουν σὲ -όω (χαρακτῆρας ο): δηλόω-δηλῶ

ΡΗΜΑΤΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ Ή ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΑ ΣΕ -ΑΩ
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΟΥ ΣΕ –ΑΩ (ΤΙΜΑ-Ω=ΤΙΜΩ΄ΘΕΜΑ: ΤΙΜΑ-)
Α’ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ
Ἐνεστῶτας
Παρατατικός
ὁριστική
(τιμάω) τιμῶ
(τιμάεις) τιμᾷς
(τιμάει) τιμᾷ
(τιμάομεν) τιμῶμεν
(τιμάετε) τιμᾶτε
(τιμάουσι) τιμῶσι(ν)
(τιμάετον) τιμᾶτον
(τιμάετον) τιμᾶτον
(ἐτίμαον) ἐτίμων
(ἐτίμαες) ἐτίμας
(ἐτίμαε) ἐτίμα
(ἐτιμάομεν) ἐτιμῶμεν
(ἐτιμἀετε) ἐτιμᾶτε
(ἐτίμαον) ἐτίμων
(ἐτιμάετον) ἐτιμᾶτον
(ἐτιμαέτην) ἐτιμάτην
ὑποτακτική
(τιμάω) τιμῶ
(τιμάῃς) τιμᾷς
(τιμάῃ) τιμᾷ
(τιμάωμεν) τιμῶμεν
(τιμάητε) τιμᾶτε
(τιμάωσι) τιμῶσι(ν)
(τιμάητον) τιμᾶτον
(τιμάητον) τιμᾶτον
εὐκτική
α’ τύπος ἐνικοῦ:
(τιμάοιμι) τιμῷμι
(τιμάοις) τιμῷς
(τιμάοι) τιμῷ
ἤ β’ τύπος ἐνικοῦ:
(τιμαοίην) τιμῴην
(τιμαοίης) τιμῴης
(τιμαοίη) τιμῴη
(τιμάοιμεν) τιμῷμεν
(τιμάοιτε) τιμῷτε
(τιμάοιεν) τιμῷεν
(τιμάοιτον) τιμῷτον
(τιμαοίτην) τιμῴτην
προστακτική
-
(τίμαε) τίμα
(τιμαέτω) τιμάτω
-
(τιμάετε) τιμᾶτε
(τιμαόντων) τιμώντων
ἤ (τιμαέτωσαν) τιμάτωσαν
(τιμάετον) τιμᾶτον
(τιμαέτων) τιμάτων
ἀπαρέμφατο
(τιμάειν) τιμᾶν
(ἀπὸ τὸ τιμά-εν)
μετοχή
(τιμάων) τιμῶν
(τιμάουσα) τιμῶσα
(τιμάον) τιμῶν
γενική:
(τιμάοντος) τιμῶντος
(τιμαούσης) τιμώσης
(τιμάοντος) τιμῶντος


Β’ ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ
Ἐνεστῶτας
Παρατατικός
ὁριστική
(τιμάομαι) τιμῶμαι
(τιμάῃ ἤ -ει) τιμᾷ
(τιμάεται) τιμᾶται
(τιμαόμεθα) τιμώμεθα
(τιμάεσθε) τιμᾶσθε
(τιμάονται) τιμῶνται
(τιμάεσθον) τιμᾶσθον
(τιμάεσθον) τιμᾶσθον
(ἐτιμαόμην) ἐτιμώμην
(ἐτιμάου) ἐτιμῶ
(ἐτιμάετο) ἐτιμᾶτο
(ἐτιμαόμεθα) ἐτιμώμεθα
(ἐτιμάεσθε) ἐτιμᾶσθε
(ἐτιμάοντο) ἐτιμῶντο
(ἐτιμάεσθον) ἐτιμᾶσθον
(ἐτιμαέσθην) ἐτιμάσθην
ὑποτακτική
(τιμάωμαι) τιμῶμαι
(τιμάῃ) τιμᾷ
(τιμάηται) τιμᾶται
(τιμαώμεθα) τιμώμεθα
(τιμάησθε) τιμᾶσθε
(τιμάωνται) τιμῶνται
(τιμάησθον) τιμᾶσθον
(τιμάησθον) τιμᾶσθον
εὐκτική
(τιμαοίμην) τιμῴμην
(τιμάοιο) τιμῷο
(τιμάοιτο) τιμῷτο
(τιμαοίμεθα) τιμῷμεθα
(τιμάοισθε) τιμῷσθε
(τιμάοισθον) τιμῷντο
(τιμάοισθον) τιμῷσθον
(τιμαοίσθην) τιμῷσθην
προστακτική
-
(τιμάου) τιμῶ
(τιμαέσθω) τιμάσθω
-
(τιμάεσθε) τιμᾶσθε
(τιμαέσθων) τιμάσθων
ἤ (τιμαέσθωσαν) τιμάσθωσαν
(τιμάεσθον) τιμᾶσθον
(τιμαέσθων) τιμάσθων
ἀπαρέμφατο
(τιμάεσθαι) τιμᾶσθαι
μετοχή
(τιμαόμενος) τιμώμενος
(τιμαομένη) τιμωμένη
(τιμαόμενον) τιμώμενον

Παρατηρήσεις
Στὰ συνηρημένα ῥήματα ποὺ ἀνήκουν στὴν α’ τάξη (σὲ -άω) γίνονται οἱ
ἀκόλουθες συναιρέσεις φωνηέντων:
α + ε ἤ α + η = ᾶ: τίμαε = τίμα, τιμάητε = τιμᾶτε΄
α + ει ἤ α + ῃ = ᾳ: τιμάει = τιμᾷ, τιμάῃ = τιμᾷ΄
α + ο ἤ α + ω ἤ α + ου = ω: τιμάομεν = τιμῶμεν, τιμάωσι = τιμῶσι, τιμάουσι = τιμῶσι΄
α +οι = ῳ: τιμάοιμι = τιμῷμι.
Τὰ ῥήματα ζῶ, πεινῶ, διψῶ καὶ χρῶμαι(=μεταχειρίζομαι) ἔχουν χαρακτῆρα η καὶ ὄχι α ( ζή-ω, πεινή-ω, διψή-ω, χρή-ομαι).
Κλίνονται γενικὰ στὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικὸ κατὰ τὰ ῥήματα σὲ -άω, ἔχουν ὅμως η(ἤ ῃ), ὅπου τὰ ῥήματα σὲ -άω ἔχουν ᾶ (ἤ ᾳ):




Τὸ ῥῆμα ζῶ:
ὁριστ. καὶ ὕποτ. ἐνεστ. (ζή-ω) ζῶ, ζῇς, ζῇ, ζῶμεν, ζῆτε, ζῶσι(ν).
ὁριστ. παρατ. (ἔ-ζη-ον) ἔζων, ἔζης, ἔζη, ἐζῶμεν, ἐζῆτε, ἔζων.
εὐκτ. ἐνεστ. (ζη-οίην) ζῴην, ζῴης, ζῴη, ζῷμεν, ζῷτε, ζῷεν.
προστ. ἐνεστ. μόνο β’ ἐν. (ζῆ-ε) ζῆ καὶ γ’ ἐν. (ζη-έτω) ζήτω.
ἀπρμφ. ἐνεστ. (ζῆ-εν) ζῆν, μτχ. ἐνεστ. (ζή-ων) ζῶν, ζῶσα, ζῶν.

Τό ῥῆμα πεινῶ καὶ διψῶ:
ὁριστ. καὶ ὕποτ. ἐνεστ. (πεινή-ω) πεινῶ, πεινῇς, πεινῇ κτλ.
ὁριστ. παρατ. (ἐ-πείνη-ον) ἐπείνων, ἐπείνης, ἐπείνη κτλ.
εὐκτ. ἐνεστ. (πεινη-οίην) πεινῴην, πεινῴης, πεινῴη κτλ.
προστ. ἐνεστ. (πείνη-ε) πείνη, πεινήτω, πεινῆτε, πεινώντων κτλ.
ἀπρμφ. ἐνεστ. (πεινῆ-εν) πεινῆν. μτχ. ἐνεστ. (πεινή-ων) πεινῶν, -ῶσα, -ῶν.
Ἔτσι καὶ (διψή-ω) διψῶ, διψῇς, διψῇ κτλ.

Τὸ ῥῆμα χρῶμαι:
ὁριστ. ἐνεστ. (χρή-μαι) χρῶμαι, χρῇ, χρῆται, χρώμεθα, χρῆσθε, χρῶνται.
παρατ. (ἐ-χρη-όμην) ἐχρώμην, ἐχρῶ, ἐχρῆτο, ἐχρώμεθα, ἐχρῆσθε, ἐχρώντο.
ὑποτ. ἐνεστ. (χρή-ωμαι) χρῶμαι, χρῇ, χρῆται κτλ.
εὐκτ. ἐνεστ. (χρη-οίμην) χρῴμην, χρῷο, χρῷτο, χρῴμεθα, χρῷσθε, χρῷντο.
προστ. ἐνεστ. (χρή-ου) χρῶ, χρήσθω, χρῆσθε, χρήσθων ἤ χρήσθωσαν.
ἀπρμφ. ἐνεστ. (χρή-εσθαι) χρῆσθαι, μτχ. (χρη-όμενος) χρώμενος κτλ.

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Τὰ συνηρημένα ῥήματα, ὅπως καὶ τὰ λοιπὰ φωνηεντόληκτα, σχηματίζουν τοὺς ἄλλους χρόνους ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικό, ἀφοῦ προστεθούν στὸ ῥηματικὸ θέμα οἱ σχετικὲς (φαινομενικές) καταλήξεις.
Ἀλλὰ στοὺς χρόνους αὐτοὺς ὁ βραχύχρονος χαρακτῆρας τοῦ θέματος κανονικὰ ἐκτείνεται ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ σύμφωνο τῶν καταλήξεων, δηλαδή:
Τὸ α ἐκτείνεται σὲ η:
τιμῶ (θ. τιμα-) τιμή-σω, ἐ-τίμη-σα, τε-τίμη-κα, ἐ-τε-τιμή-κειν΄
τιμή-σομαι, ἐ-τιμη-σάμην, τιμη-θήσομαι, ἐ-τιμή-θην, τε-τίμη-μαι, ἐ-τε-τιμή-μην (ἔτσι καὶ στὰ παράγωγα: τιμη-τός, τιμη-τέος, τιμη-τής, τίμη-μα κτλ.).

ΠΙΝΑΚΑΣ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΩΝ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Ἤ ΑΝΩΜΑΛΙΕΣ
Τὰ συνηρημένα ῥήματα σὲ -άω ποὺ ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ χαρακτῆρα ἔχουν το φθόγγο εἤ ι ἤ ῥ ἐκτείνουν τὸ χαρακτῆρα α (βραχύχρονο) σὲ α (μακρόχρονο) (καὶ ὄχι σὲ η) ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ σύμφωνο τῶν καταλήξεων.
Μερικὰ συνηρημένα ῥήματα φυλάγουν τὸ χραχύχρονο χαρακτῆρα α σὲ ὅλους τοὺς χρόνους ἤ σε ὁρισμένους ἀπ’ αὐτούς.
Μερικὰ συνηρημένα ῥήματα φυλάγουν ἤ ἐκτείνουν τὸ βραχύχρονο χαρακτῆρα, ἀλλὰ συγχρόνως παίρνουν καὶ τὸ φθόγγο σ στὸ τέλος τοῦ θέματος σὲ ὁρισμένους χρόνους.
Μερικὰ συνηρημένα ῥήματα παρουσιάζουν καὶ ἄλλες διαφορὲς ἤ ἀνωμαλίες.
Ἔτσι τὰ ῥήματα αὐτὰ σχηματίζουν τοὺς χρόνους ὅπως φαίνεται στοὺς παρακάτω πίνακες:
Ῥήματα ποὺ ἐκτείνουν τὸ χαρακτῆρα α (βραχύχρονο) σὲ α (μακρόχρονο) (μὲ φθόγγο ε ἤ ι ἤ ῥ ἀπὸ τὸ χαρακτῆρα)

Αἰτιά-ομαι = -ῶμαι (=κατηγορῶ), (θ. αἰτια-),
παρατ. ᾐτιαόμην -ώμην,
μεσ. μέλλ. αἰτιά-σομαι,
μεσ. αόρ. ᾐτια-σάμην,
(παθ. μελλ. αἰτια-θήσομαι, μεταγενέστερο),
παθ. αόρ. ᾐτιά-θην,
παρακ. ᾐτιά-μαι,
ὑπερσ. ᾐτιά-μην,
ῥημ. ἐπίθ. αἰτια-τέος.

(ἀπο)δειλιά-ω = -ῶ (=εἶμαι δειλός, δὲν τολμῶ), (θ. δειλια),
παρατ. ἀπ-ε-δειλίαον –ων,
μελλ. ἀπο-δειλιά-σω,
αόρ. ἀπ-ε-δειλία-σα,
παρακ. ἀπο-δε-δειλία-και,
ῥημ. ἐπίθ. ἀπο-δειλια-τέον.

ἐά-ω = ἐῶ (=ἀφήνω), (θ. ἐα),
παρατ. εἰᾶον –ων,
μελλ. ἐά-σω, ἀόρ. εἰά-σα,
παρακ. είά-κα,
παθ. ἐάομαι –ώμαι,
παρατ. δεν έχει,
μέσ. μέλλ. ὡς παθ. ἐά-σομαι,
παθ. ἀόρ. εἰά-θην,
παρακ. εἰά-μαι,
ῥημ. ἐπίθ. ἐα-τέος.

Θηρά-ω = -ῶ (=κυνηγῶ), (θ. θηρα-),
παρατ. ἐ-θηράον-ων,
μελλ. θη-ράσω,
ἀόρ. ἐ-θήρα-σα,
παρακ. τε-θήρα-κα,
ὑπερς. ἐ-τε-θηρά-κειν,
μέσ. καὶ παθ. θηράομαι -ῶμαι΄
ῥημ. ἐπίθ. θηρα-τός, θηρα-τέος,
παράγωγα, θηρα-τής, θήρα-μα κτλ.

ἰά-ομαι – ἰῶμαι (=γιατρεύω), (θ. ἰα-),
παρατ. ἰαόμην -ώμην,
μέσ. μέλλ. ἰά-σομαι,
μέσ. ἀόρ. ἰα-σάμην,
παθ. ἀόρ. μὲ παθ. διάθ. ἰά-θην,
ῥημ. ἐπίθ. ἰα-τός, ἰα-τέος,
παράγωγα ἰα-σις, ἴαμα, ἰα-τρος κτλ.




Ῥήματα ποὺ φυλάγουν παντοῦ τὸ βραχύχρονο χαρακτῆρα α καὶ ἔχουν σ ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ θ, μ, τ.

Γελά-ω = -ῶ (ἀρχικὸ θ. γελασ-΄ ἀπ’ αὐτὸ ἐνεστ. γελάσ-ω = γελάω-ῶ),
παρατ. ἐγέλαον –ων,
μέσ. μέλλ. ὡς ἐνεργ. γελά-σομαι,
ἀόρ. ἐ-γέλα-σα,
παθ. (κατα)γελάομαι -ῶμαι,
ἀόρ. ἐ-γελάσ-θην,
παρακ. γε-γέ-λασ-μαι,
ῥημ. ἐπίθ. κατα-γέλασ-τος.

Σπά-ω = σπῶ (ἀρχικὸ θ. σπασ-),
παρατ. ἔσπαον –ων,
μέλλ. σπάσω,
ἀόρ. ἔ-σπα-σα,
παθ. σπάομαι -ῶμαι,
παρατ. ἐ-σπαόμην -ώμην,
μέσ. μέλλ. σπά-σομαι,
μέσ. ἀόρ. ἐ-σπα-σάμην,
παρακ. ἔ-σπασ-μαι,
ῥημ. ἐπίθ. ἀνά-σπασ-τος, ἀ-διά-σπασ-τος κτλ.

Χαλά-ω = ῶ (=χαλαρώνω), (ἀρχικὸ θ. χαλασ-),
παρατ. ἐχάλαον –ων,
ἀόρ. ἐ-χάλα-σα,
παθ. χαλάομαι -ῶμαι,
παθ. ἀόρ. ἐ-χαλάσ-θην.




Ῥήματα ποὺ ἔχουν παντοὺ μακρόχρονο χαρακτῆρα α καὶ παίρνουν σ μόνο ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ θ καὶ τ.

Δρά-ω = δρῶ (=κάνω, ἐνεργῶ), (θ. δρα- καὶ ἀπὸ ἀναλογὶα δρασ-),
παρατ. ἔδραον –ων,
μέλλ. δρά-σω,
ἀόρ. ἔ-δρα-σα,
παρακ. δέ-δρα-κα.
παθ. δράομαι -ῶμαι, ἐδραόμην -ώμην,
ἀόρ. ἐ-δρά-σ-θην,
παρακ. δέ-δρα-μαι,
ῥημ. ἐπίθ. δρα-σ-τέον,
παράγωγα δρᾶμα, δρᾶ-σις, δρά-σ-της κτλ.
ΡΗΜΑΤΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ Ή ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΑ ΣΕ -ΕΩ
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΕ –ΕΩ (ποιέ-ω= ποιῶ΄ θ.ποιε-)
Α’ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ
Ἐνεστῶτας
Παρατατικός
ὁριστική
(ποιέω) ποιῶ
(ποιέεις) ποιεῖς
(ποιέει) ποιεῖ
(ποιέομεν) ποιοῦμεν
(ποιέετε) ποιεῖτε
(ποιέουσι) ποιοῦσι(ν)
(ποιέετον) ποιεῖτον
(ποιέετον) ποιεῖτον
(ἐποίεον) ἐποίεις
(ἐποίεες) ἐποίει
(ἐποίεε) ἐποίει
(ἐποιέομεν) ἐποιοῦμεν
(ἐποιέετε) ἐποιεῖτε
(ἐποίεον) ἐποίουν
(ἐποιέετον) ἐποιεῖτον
(ἐποιεέτην) ἐποιείτην
ὑποτακτική
(ποιέω) ποιῶ
(ποιέῃς) ποιῇς
(ποιέῃ) ποιῇ
(ποιέωμεν) ποιῶμεν
(ποιέητε) ποιῆτε
(ποιέωσι) ποιῶσι(ν)
(ποιέητον) ποιῆτον
(ποιέητον) ποιῆτον
εὐκτική
α’ τύπος ἐνικοῦ:
(ποιέοιμι) ποιοῖμι
(ποιέοις) ποιοῖς
(ποιέοι) ποιοῖ
ἤ β’ τύπος ἐνικοῦ:
(ποιεοίην) ποιοίην
(ποιεοίης) ποιοίης
(ποιεοίη) ποιοίη
(ποιέοιμεν) ποιοῖμεν
(ποιέοιτε) ποιοῖτε
(ποιέοιεν) ποιοῖεν
(ποιέοιτον) ποιοῖτον
(ποιεοίτην) ποιοίτην
προστακτική
-
(ποίεε) ποίει
(ποιεέτω) ποιείτω
-
(ποιέετε) ποιεῖτε
(ποιεόντων) ποιούντων
ἤ (ποιεέτωσαν) ποιείτωσαν
(ποιέετον) ποιεῖτον
(ποιεέτων) ποιείτων
ἀπαρέμφατο
(ποιέεν) ποιεῖν
μετοχή
(ποιέων) ποιῶν
(ποιέουσα) ποιοῦσα
(ποιέον) ποιοῦν
γενική:
(ποιέοντος) ποιοῦντος
(ποιεούσης) ποιούσης
(ποιέοντος) ποιοῦντος
Β’ ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ
Ἐνεστῶτας
Παρατατικός
ὁριστική
(ποιέομαι) ποιοῦμαι
(ποιέῃ ἤ -ει) ποιῇ ἤ -εῖ
(ποιέεται) ποιεῖται
(ποιεόμεθα) ποιούμεθα
(ποιέεσθε) ποιεῖσθε
(ποιέονται) ποιοῦνται
(ποιέεσθον) ποιεῖσθον
(ποιέεσθον) ποιεῖσθον
(ἐποιεόμην) ἐποιούμην
(ἐποιέου) ἐποιοῦ
(ἐποιέετο) ἐποιεῖτο
(ἐποιεόμεθα) ἐποιούμεθα
(ἐποιέεσθε) ἐποιεῖσθε
(ἐποιέοντο) ἐποιοῦντο
(ἐποιέεσθον) ἐποιεῖσθον
(ἐποιεέσθην) ἐποιείσθην
ὑποτακτική
(ποιέωμαι) ποιῶμαι
(ποιέῃ) ποιῇ
(ποιέηται) ποιῆται
(ποιεώμεθα) ποιώμεθα
(ποιέησθε) ποιῆσθε
(ποιέωνται) ποιῶνται
(ποιέησθον) ποιῆσθον
(ποιέησθον) ποιῆσθον
εὐκτική
(ποιεοίμην) ποιοίμην
(ποιέοιο) ποιοῖο
(ποιέοιτο) ποιοῖτο
(ποιεοίμεθα) ποιοίμεθα
(ποιέοισθε) ποιοῖσθε
(ποιέοιντο) ποιοῖντο
(ποιέοισθον) ποιοῖσθον
(ποιεοίσθην) ποιοίσθην
προστακτική
-
(ποιέου) ποιοῦ
(ποιεέσθω) ποιείσθω
-
(ποιέεσθε) ποιεῖσθε
(ποιεέσθων) ποιείσθων
ἤ (ποιεέσθωσαν) ποιείσθωσαν
(ποιέεσθον) ποιεῖσθον
(ποιεέσθων) ποιείσθων
ἀπαρέμφατο
(ποιέεσθαι) ποιεῖσθαι
μετοχή
(ποιεόμενος) ποιούμενος
(ποιεομένη) ποιουμένη
(ποιεόμενον) ποιούμενον
Παρατηρήσεις:
Στὰ συνηρημένα ῥήματα ποὺ ἀνήκουν στὴ β’ τάξη (σὲ -έω) γίνονται οἱ ἀκόλουθες συναιρέσεις φωνηέντων:
1) ε + ε = ει: ποίεε = ποίει, ποιέετε = ποιεῖτε΄
2) ε + ο = ου: ποιέομεν = ποιοῦμεν, ποιέον = ποιοῦν΄
3) τὸ ε μὲ μακρόχρονο φωνῆεν ἤ δίφθογγο συναιρεῖται στὸ ἴδιο μακρόχρονο φωνῆεν ἤ δίφθογγο: ποιέω = ποιῶ, ποιέητε = ποιῆτε, ποιέεις =ποιεῖς, ποιέοιμι = ποιοῖμι, ποιέουσα = ποιοῦσα, ποιέῃς = ποιῇς, ποιέουσι = ποιοῦσι.
Ἔτσι προκύπτουν οἱ φθόγγοι ω, η - ῃ, ει, οι και ου.
Τὰ ῥήματα σὲ -έω μὲ θέμα μονοσύλλαβο συναιρούνται μόνο, ὅπου μετᾶ τὸ χαρακτῆρα ε ἀκολουθεῖ ἄλλο ε ἤ ει.
ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Τὰ συνηρημένα ῥήματα, ὅπως καὶ τὰ λοιπὰ φωνηεντόληκτα, σχηματίζουν τοὺς ἄλλους χρόνους ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικό, ἀφοῦ προστεθούν στὸ ῥηματικὸ θέμα οἱ σχετικὲς (φαινομενικές) καταλήξεις.
Ἀλλὰ στοὺς χρόνους αὐτοὺς ὁ βραχύχρονος χαρακτῆρας τοῦ θέματος κανονικὰ ἐκτείνεται ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ σύμφωνο τῶν καταλήξεων, δηλαδή:
Τὸ ε ἐκτείνεται σὲ η:
ποιῶ (θ. ποιε-), ποιή-σω, ἐ-ποίη-σα, πε-ποίη-κα, ἐ-πε-ποιήκειν΄
ποιή-σομαι, ἐ-ποιη-σάμην, ποιη-θήσομαι, ἐ-ποιή-θην, πε-ποίη-μαι,
ἐ-πε-ποιή-μην (ἔτσι καί: ποιη-τός, ποιη-τέος, ποιη-τής, ποίη-σις, ποίη-μα κτλ.).
ΠΙΝΑΚΑΣ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΩΝ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Ἤ ΑΝΩΜΑΛΙΕΣ
Τὰ ῥήματα αὐτὰ σχηματίζουν τοὺς χρόνους ὅπως φαίνεται στοὺς παρακάτω πίνακες:
Ῥήματα ποὺ φυλάγουν παντοῦ ἤ σὲ ὁρισμένους τύπους τὸ βραχύχρονο χαρακτῆρα χωρὶς νὰ παίρνουν σ.
Αἰνέω = -ῶ (θ. αἰνε-), συνηθ. σύνθ. ἐπαινῶ, παραινῶ κτλ.,
παρατ. ᾔνεον –ουν,
μέλλ. αἰνέ-σω, ἀόρ. ᾔνε-σα,
παρακ. ᾔνε-κα.
Παθ. αἰνέομαι –οῦμαι,
παρατ. ᾐνεόμην –ούμην,
μέσ. μέλλ. ὥς ἐνεργ. αἰνέ-σομαι,
παθ. μέλλ. αἰνε-θήσομαι,
παθ. ἀόρ. ᾐνέ-θην,
παρακ. ᾔνη-μια.
Ῥημ. ἐπίθ. αἰνε-τός, αἰνε-τέος.
Αἱρέ-ω = -ῶ (=πιάνω, κυριεύω), (θ. αἱρε- καὶ Fελ-),
παρατ. ᾕρεον –ουν,
μέλλ. αἱρήσω,
ἀόρ. εἷλον,
παρακ. ᾕρη-κα,
ὑπερσ. ᾑρή-κειν
Ὥς παθ. τοῦ αἱρέω χρησιμεύει τὸ ῥ. ἁλίσκομαι = πιάνομαι, κυριεύομαι.
Μέσ. μὲ ἐνεργ. Σημασία αἱρέομαι –οῦμαι (=ἐκλέγω, προτιμῶ),
παρατ. ᾑρεόμην –ούμην,
μελλ. αἱρή-σομαι.
Παθ. αἱρέομαι –οῦμαι (=ἐκλέγομαι, προτιμιέμαι),
παρατ. ᾑρεόμην –ούμην,
μελλ. αἱρε-θήσομαι,
ἀόρ. ᾑρέ-θην,
παρακ. ᾕρη-μια,
ὑπερσ. ᾑρή-μην,
συντελ. μέλλ. ᾑρή-σομαι ἤ ᾑρη-μένος ἔσομαι.
Ῥημ. ἐπιθ. αἱρε-τός, αἱρε-τέος
Παράγ. αἵρε-σις κτλ.
Δέ-ω = δῶ (=δένω), (θ. δε-),
παρατ. -έδεον –ουν,
μελλ. δή-σω,
ἀόρ. ἔ-δη-σα,
παρακ. δέ-δε-κα,
ὑπερσ. ἐ-δε-δέ-κειν.
Παθ. δέομαι –οῦμαι,
παρατ. –ε-δε-όμην –ούμην,
παθ. μέλλ. δε-θήσομαι,
παθ. ἀόρ. ἐ-δέ-θην,
παρακ. δέ-δε-μια,
ὑπερσ. ἐ-δε-δέ-μην,
Ῥημ. ἐπίθ. δε-τός, δε-τέος
Παραγ. δέ-σις, δέ-μα κτλ.
Έμέω = ἐμῶ (=ξερνῶ), (θ. ἐμε-),
παρατ. ἤμεον –ουν,
ἀόρ. ἤμε-σα,
Παραγ. ἔμε-σις, ἔμετος κτλ.
Καλέ-ω = καλῶ (ἀρχ. θ. καλ-, μὲ πρόσφυμα ε: καλε-, μὲ μετάθεση καὶ ἔκταση τοῦ α: κλη-),
παρατ. ἐκάλεον –ουν,
μέλλ. συνηρημ. καλῶ (ἀπὸ τὸ καλέ-σω),
ἀόρ. ἐ-κάλε-σα,
παρακ. κέ-κλη-κα,
ὑπερσ. ἐ-κε-κλή-κειν.
Παθ. καλέομαι –οῦμαι,
παρατ. ἐκαλεόμην –ούμην,
μέσ. μέλλ. κα-λοῦμαι (ἀπὸ τὸ καλέ-σομαι),
μέσ. ἀόρ. ἐ-καλε-σάμην,
παθ. μέλλ. κλη-θήσομαι,
παθ. ἀόρ. ἐ-κλή-θην,
παρακ. κέ-κλη-μαι,
ὑπερσ. ἐ-κε-κλή-μην.
Ῥημ. ἐπιθ. κλη-τός, κλη-τέος.
Παραγ. Κλῆ-σις, κλη-τήρ κτλ.
Χέ-ω, χεῖς, χεῖ κτλ΄ (=χύνω), (θ. χεF- = χευ-, ἀδύνατο θ. χυ-),
παρατ. -έ-χε-ον (ἐν-έ-χε-ον, ἐν-έ-χεις, ἐν-έ-χει κτλ.),
μέλλ. χέ-ω,
ἀόρ. -έ-χε-α (ἐν-έ-χε-α, ἐν-έ-χε-ας, ἐν-έ-χε-ε κτλ.).
Παθ. χέομαι,
παρατ. ἐ-χε-όμην,
μέσ. μέλλ. χέ-ομαι,
μέσ. ἀόρ. –ε-χε-άμην (ἐν-ε-χε-άμην, ἐν-ε-χέ-ω, ἐν-ε-χέ-ατο κτλ., ὑποτ.
-χέωμαι, μετ. –χε-άμενος),
παθ. μέλλ. –χυ-θήσομαι,
παθ. ἀόρ. ἐ-χύ-θην,
παρακ. κέ-χυ-μια,
ὑπερσ. ἐ-κε-χύ-μην.
Ῥημ. ἐπιθ. χυ-τός.
Παραγ. Χύσις, χύμα κτλ.
Ῥήματα ποὺ κρατοῦν παντοῦ τὸ βραχύχρονο χαρακτῆρα ε καὶ ἔχουν ἤ παίρνουν σ ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ θ, μ, τ.
Αἰδέομαι = -οῦμαι (=ντρέπομαι, σέβομαι), (θ. αἰδεσ-),
παρατ. ᾐδεόμην –ούμην,
μέσ. μέλλ. αἰδέ-σομαι,
μέσ. ἀόρ. ᾐδε-σάμην,
Παθ. ἀόρ. ὥς μέσ. ᾐδέσ-θην,
παρακ. ᾔδεσ-μαι.
Ῥημ. ἐπιθ. Αἰδεσ-τός, αἰδεσ-τέον.
Παράγ. αἴδε-σις, αἰδέ-σιμος κτλ.
Ἀκέομαι = -οῦμαι (=θεραπεύω), (θ. ἀκεσ-),
μέλλ. ἀκοῦμαι,
ἀόρ. ἠκεσάμην,
Ῥημ. Έπιθ. ἀκεστός (ἀνήκεστος).
Ἀλέ-ω = -ῶ (=ἀλέθω), (ἀρχ. θ. ἀλ-, μὲ πρόσφυμα ε: ἀλε-),
παρακ. ἀλ-ήλε-(σ)-μια,
Παράγ. ἄλε-σις, ἄλε-σ-μα, ἀλε-σ-μός, ἀλέ-της (=αὐτὸς ποὺ ἀλέθει), ἀλε-τρίς (=γυναῖκα ποὺ ἀλέθει), ἀλε-τός (=ἄλεσμα).
Ἀρκέω = -ῶ (ἀρχ. θ. ἀρκεσ-),
παρατ. ἤρκεον –ουν,
μέλλ. ἀρκέ-σω,
Παθ. ἀρκέομαι –οῦμαι, εὔχρ. τὸ γ’ ἐν. ἀρκεῖται.
Παράγ. ἄρκε-σις (=ἐπικουρία, ὑπηρεσία), ἄρκεσ-μα(=βοήθεια), ἀρκε-τός κτλ.
Ξέ-ω (=ξύνω), (θ. ξεσ-),
ἀόρ. ἔ-ξε-σα.
Ῥημ. ἐπιθ. ξεσ-τός, ἄ-ξεσ-τος.
Παράγ. ξέσις κτλ.
Τελέ-ω = -ῶ (=ἐκτελῶ), (ἀρχ. θ. τελεσ-),
παρατ. ἐ-ταέλε-ον = -ουν,
μέλλ. συνηρ. τελῶ,
ἀόρ. ἐ-τέλε-σα,
παρακ. τε-τέλε-κα,
ὑπερσ. ἐ-τε-τελέ-κειν.
Παθ. τελέομαι –οῦμαι,
παρατ. ἐτελεόμην –ούμην,
Παθ. μέλλ. τελεσ-θήσομαι,
μέσ. ἀόρ. ἐ-τελε-σάμην,
παθ. ἀόρ. ἐ-τελέσ-θην,
παρακ. τε-ταέλεσ-μια,
ὑπερσ. ἐ-τε-τελέσ-μην,
Ῥημ. ἐπιθ. ἀ-τέλεσ-τος, ἐπι-τελεσ-τέος.
Παράγ. τέλε-σις, τελε-τή κτλ. 
Πλέω, πλεῖς, πλεῖ κτλ΄ (θ. πλεF- = πλευ-, πλε-),
παρατ. ἔ-πλε-ον,
μἐλλ. μέσ. ὥς ἐνεργ. πλεύ-σομαι καὶ δωρικὸς πλευ-σοῦμαι,
ἀόρ. ἔ-πλευ-σα,
παρακ. πέ-πλευ-κα,
ὑπερσ. ἐ-πε-πλεύ-κειν.
Παθ. παρακ. πέ-πλευσ-μαι.
Ῥημ. ἐπιθ. πλευσ-τός, ἄ-πλευσ-τος, πλευσ-τέον
Πνέ-ω, πνεῖς, πνεῖ κτλ. (θ. πνεF- = πνευ- = πνε-),
παρατ. ἔ-πνε-ον,
Μέλλ. μέσ. ὥς ἐνεργ. πνεύ-σομαι καὶ δωρικὸς πνευσοῦμαι,
ἀόρ. ἔ-πνευ-σα,
παρακ. πέ-πνευ-κα.
Παράγ. πνευσ-τός, πνεῦ-μα κτλ.
--------------------
Ρῆμα πλέω.

Ενεστώτας
Παρατατικός
Μέλλοντας (μέσος με ενεργητική σημασία)
Οριστική
πλέω
πλεῖς
πλεῖ
πλέομεν
πλεῖτε
πλέουσι(ν)
ἔπλεον
ἔπλεις
ἔπλει
ἐπλέομεν
ἐπλεῖτε
ἔπλεον
πλεύσομαι ἤ πλευσοῦμαι
πλεύσῃ (-ει) ἤ πλευσῇ (-εῖ)
πλεύσεται ἤ πλευσεῖται
πλευσόμεθα ἤ πλευσούμεθα
πλεύσεσθε ἤ πλευσεῖσθε
πλεύσονται ἤ πλευσοῦνται
Υποτακτική
πλέω
πλέῃς
πλέῃ
πλέωμεν
πλέητε
πλέωσι(ν)
Ευκτική
πλέοιμι
πλέοις
πλέοι
πλέοιμεν
πλέοιτε
πλέοιεν
πλευσοίμην
πλεύσοιο ἤ πλευσοῖο
πλεύσοιτο ἤ πλευσοῖτο
πλευσοίμεθα
πλεύσοισθε ἤ πλευσοῖσθε
πλεύσοιντο ἤ πλευσοῖντο
Προστακτική
-
πλεῖ
πλείτω
-
πλεῖτε
πλεόντων
Απαρέμφατο
πλεῖν
πλεύσεσθαι ἤ πλευσεῖσθαι
Μετοχή
πλέων
πλέουσα
πλέον
πλευσόμενος ἤ πλευσούμενος
πλευσομένη ἤ πλευσουμένη
πλευσόμενον ἤ πλευσούμενον

Αόριστος
Παρακείμενος
Υπερσυντέλικος
Τετελεσμένος μέλλοντας
Οριστική
ἔπλευσα
ἔπλευσας
ἔπλευσε(ν)
ἐπλεύσαμεν
ἐπλεύσατε
ἔπλευσαν
πέπλευκα
πέπλευκας
πέπλευκε(ν)
πεπλεύκαμεν
πεπλεύκατε
πεπλεύκασι(ν)
ἐπεπλεύκειν
ἐπεπλεύκεις
ἐπεπλεύκει
ἐπεπλεύκεμεν
ἐπεπλεύκετε
ἐεπλεύκεσαν
πεπλευκὼς ἔσομαι
πεπλευκὼς ἔσῃ (-ει)
πεπλευκὼς ἔσται
πεπλευκότες ἐσόμεθα
πεπλευκότες ἔσεσθε
πεπλευκότες ἔσονται
Υποτακτική
πλεύσω
πλεύσῃς
πλεύσῃ
πλεύσωμεν
πλεύσητε
πλεύσωσι(ν)
πεπλευκὼς ὦ
πεπλευκὼς ᾖς
πεπλευκὼς ᾖ
πεπλευκότες ὦμεν
πεπλευκότες ἦτε
πεπλευκότες ὦσι(ν)
Ευκτική
πλεύσαιμι
πλεύσαις
πλεύσαι
πλεύσαιμεν
πλεύσαιτε
πλεύσαιεν
πεπλευκὼς εἴην
πεπλευκὼς εἴης
πεπλευκὼς εἴη
πεπλευκότες εἶμεν
πεπλευκότες εἶτε
πεπλευκότες εἴησαν ἤ εἶεν
πεπλευκὼς ἐσοίμην
πεπλευκὼς ἔσοιο
πεπλευκὼς ἔσοιτο
πεπλευκότες ἐσοίμεθα
πεπλευκότες ἔσοισθε
πεπλευκότες ἔσοιντο
Προστακτική
-
πλεῦσον
πλευσάτω
-
πλεύσατε
πλευσάντων ἤ πλευσάτωσαν
-
πεπλευκὼς ἴσθι
πεπλευκὼς ἔστω
-
πεπλευκότες ἔστε
πεπλευκότες ἔστων
Απαρέμφατο
πλεῦσαι
πεπλευκέναι
πεπλευκὼς ἔσεσθαι
Μετοχή
πλεύσας
πλεύσασα
πλεῦσαν
πεπλευκὼς ἐσόμενος
πεπλευκυῖα ἐσομένη
πεπλευκὸς ἐσόμενον
πεπλευκὼς ἐσόμενος
πεπλευκυῖα ἐσομένη
πεπλευκὸς ἐσόμενον
Μέση καὶ παθητικὴ φωνή (εὔχρηστες μόνο σὲ ὁρισμένους χρόνους καὶ τύπους): πλέομαι.
Παρακείμενος
Παθητικός μέλλοντας
Παθητικός αόριστος
Οριστική
πέπλευσμαι
πέπλευσαι
πέπλευσται
πεπλεύσμεθα
πέπλευσθε
πεπλευσμένοι εἰσί(ν)
πλευσθήσομαι
πλευσθήσῃ
πλευσθήσεται
πλευσθησόμεθα
πλευσθήσεσθε
πλευσθήσονται
ἐπλεύσθην
ἐπλεύσθης
ἐπλεύσθη
ἐπλεύσθημεν
ἐπλεύσθητε
ἐπλεύσθησαν
Μετοχή
πεπλευσμένος
πεπλευσμένη
πεπλευσμένον

ΡΗΜΑΤΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΑ Ή ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΑ ΣΕ -ΟΩ
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΕ –OΩ
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ ΣΕ –OΩ (δηλό-ω= δηλῶ΄ θ.δηλο-)
Α’ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ
Ἐνεστῶτας
Παρατατικός
ὁριστική
(δηλόω) δηλῶ
(δηλόεις) δηλοῖς
(δηλόει) δηλοῖ
(δηλόομεν) δηλοῦμεν
(δηλόετε) δηλοῦτε
(δηλόουσι) δηλοῦσι(ν)
(δηλόετον) δηλοῦτον
(δηλόετον) δηλοῦτον
(ἐδήλοον) ἐδήλουν
(ἐδήλοες) ἐδήλους
(ἐδήλοε) ἐδήλου
(ἐδηλόομεν) ἐδηλοῦμεν
(ἐδηλόετε) ἐδηλοῦτε
(ἐδήλοον) ἐδήλουν
(ἐδηλόετον) ἐδηλοῦτον
(ἐδηλοέτην) ἐδηλούτην
ὑποτακτική
(δηλόω) δηλῶ
(δηλόῃς) δηλοῖς
(δηλόῃ) δηλοῖ
(δηλόωμεν) δηλῶμεν
(δηλόητε) δηλῶτε
(δηλόωσι) δηλῶσι(ν)
(δηλόητον) δηλῶτον
(δηλόητον) δηλῶτον
εὐκτική
α’ τύπος ἐνικοῦ:
(δηλόοιμι) δηλοῖμι
(δηλόοις) δηλοῖς
(δηλόοι) δηλοῖ
ἤ β’ τύπος ἐνικοῦ:
(δηλοοίην) δηλοίην
(δηλοοίης) δηλοίης
(δηλοοίη) δηλοίη
(δηλόοιμεν) ποιοῖμεν
(ποιέοιτε) δηλοῖτε
(δηλόοιεν) δηλοῖεν
(δηλόοιτον) δηλοῖτον
(δηλοοίτην) δηλοίτην
προστακτική
-
(δήλοε) δήλου
(δηλοέτω) δηλούτω
-
(δηλόετε) δηλοῦτε
(δηλοόντων) δηλούντων
ἤ (δηλοέτωσαν) δηλούτωσαν
(δηλόετον) δηλοῦτον
(δηλοέτων) δηλούτων
ἀπαρέμφατο
(δηλό-εν) δηλοῦν
μετοχή
(δηλόων) δηλῶν
(δηλόουσα) δηλοῦσα
(δηλόον) δηλοῦν
γενική:
(δηλόοντος) δηλοῦντος
(δηλοούσης) δηλούσης
(δηλόοντος) δηλοῦντος
Β’ ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ
Ἐνεστῶτας
Παρατατικός
ὁριστική
(δηλόομαι) δηλοῦμαι
(δηλόῃ ἤ -ει) δηλοῖ
(δηλόεται) δηλοῦται
(δηλοόμεθα) δηλούμεθα
(δηλόεσθε) δηλοῦσθε
(δηλόονται) δηλοῦνται
(δηλόεσθον) δηλοῦσθον
(δηλόεσθον) δηλοῦσθον
(ἐδηλοόμην) ἐδηλούμην
(ἐδηλόου) ἐδηλοῦ
(ἐδηλόετο) ἐδηλοῦτο
(ἐδηλοόμεθα) ἐδηλούμεθα
(ἐδηλόεσθε) ἐδηλοῦσθε
(ἐδηλόοντο) ἐδηλοῦντο
(ἐδηλόεσθον) ἐδηλοῦσθον
(ἐδηλοέσθην) ἐδηλούσθην
ὑποτακτική
(δηλόωμαι) δηλῶμαι
(δηλόῃ) δηλοῖ
(δηλόηται) δηλῶται
(δηλοώμεθα) δηλώμεθα
(δηλόησθε) δηλῶσθε
(δηλόωνται) δηλῶνται
(δηλόησθον) δηλῶσθον
(δηλόησθον) δηλῶσθον
εὐκτική
(δηλοοίμην) δηλοίμην
(δηλόοιο) δηλοῖο
(δηλόοιτο) δηλοῖτο
(δηλοοίμεθα) δηλοίμεθα
(δηλόοισθε) δηλοῖσθε
(δηλόοιντο) δηλοῖντο
(δηλόοισθον) δηλοῖσθον
(δηλοοίσθην) δηλοίσθην
προστακτική
-
(δηλόου) δηλοῦ
(δηλοέσθω) δηλούσθω
-
(δηλόεσθε) δηλοῦσθε
(δηλοέσθων) δηλούσθων
ἤ (δηλοέσθωσαν) δηλούσθωσαν
(δηλόεσθον) δηλοῦσθον
(δηλοέσθων) δηλούσθων
ἀπαρέμφατο
(δηλόεσθαι) δηλοῦσθαι
μετοχή
(δηλοόμενος) δηλούμενος
(δηλοομένη) δηλουμένη
(δηλοόμενον) δηλούμενον
Παρατηρήσεις:
Στὰ συνηρημένα ῥήματα ποὺ ἀνήκουν στὴ γ’ τάξη (σὲ -όω) γίνονται οἱ ἀκόλουθες συναιρέσεις φωνηέντων:
1) ο + ε ἤ ο + ο ἤ ο + ου = ου: δήλοε = δήλου, δηλόομεν = δηλοῦμεν΄
2) ο + η ἤ ο + ω = ω: δηλόητε = δηλῶτε, δηλόωσι = δηλῶσι΄
3) ο + ει ἤ ο + ῃ ἤ ο + οι = οι: δηλόει = δηλοῖ, δηλόῃ = δηλοῖ, δηλό-οι = δηλοῖ.
Ἔτσι ἀπὸ τὴ συναίρεση τοῦ χαρακτῆρα ο μὲ τὸ ἑπόμενο φωνῆεν τῶν ὁλικῶν καταλήξεων προκύπτουν οἱ φθόγγοι ω, οι και ου.
Τὸ ῥ. ῥιγῶ (=μὲ πιάνει ῥίγος, κρυώνω) εἶχε χαρακτῆρα ω (θ. ῥιγω-) καὶ γιὰ τοῦτο, ὅταν συναιρεῖται, ἔχει ω και ῳ, ὅπου τα ῥήματα σὲ -όω ἔχουν ου ἤ οι(δηλ. συναιρεῖ τὸ χαρακτῆρα ω μὲ τὸ ἑπόμενο φωνῆεν τῶν ὁλικῶν καταλήξεων παντοῦ σὲ ω καὶ ῳ:
ὀριστικὴ ἐνεστ. (ῥιγώ-ω) ῥιγῶ, ῥιγῷς, ῥιγῷ, ῥιγῶμεν, ῥιγῶτε, ῥιγῶσι(ν)΄
παρατ. (ἐρρίγω-ον) ἐρρίγων, ἐρρίγως, ἐρρίγω, ἐρριγῶμεν, ἐρριγῶτε, ἐρρίγων.
ὑποτ. (ῥιγώ-ω) ῥιγῶ, ῥιγῷς, ῥιγῷ κτλ.
εὐκτ. (ῥιγω-οίην) ῥιγῴην, ῥιγῴης, ῥιγῴη κτλ.
προστ. δὲν ἔχει
ἀπαρ. (ῥιγῶ-εν) ῥιγῶν.
μτχ. (ῥιγώ-ων) ῥιγῶν, γεν. ῥιγῶντος κτλ.
ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Τὰ συνηρημένα ῥήματα, ὅπως καὶ τὰ λοιπὰ φωνηεντόληκτα, σχηματίζουν τοὺς ἄλλους χρόνους ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἐνεστῶτα καὶ τὸν παρατατικό, ἀφοῦ προστεθούν στὸ ῥηματικὸ θέμα οἱ σχετικὲς (φαινομενικές) καταλήξεις.
Ἀλλὰ στοὺς χρόνους αὐτοὺς ὁ βραχύχρονος χαρακτῆρας τοῦ θέματος κανονικὰ ἐκτείνεται ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ σύμφωνο τῶν καταλήξεων, δηλαδή:
Τὸ ο ἐκτείνεται σὲ ω:
δηλῶ (θ. δηλο-), δηλώ-σω, ἐ-δήλω-σα, δε-δήλω-κα, ἐ-δε-δηλώ-κειν΄
δηλώ-σομαι, ἐ-δηλω-σάμην, δηλω-θήσομαι, ἐ-δηλῶθην, δε-δήλω-μαι,
ἐ-δε-δηλώ-μην (ἔτσι καί: δηλω-τός, δηλω-τέος, δήλω-σις κτλ.).
ΠΙΝΑΚΑΣ ΦΩΝΗΕΝΤΟΛΗΚΤΩΝ ΣΥΝΗΡΗΜΕΝΩΝ ΡΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΜΕΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Ἤ ΑΝΩΜΑΛΙΕΣ
Τὰ ῥήματα αὐτὰ σχηματίζουν τοὺς χρόνους ὅπως φαίνεται στοὺς παρακάτω πίνακες:
Ῥήματα ποὺ κρατοῦν τὸ βραχύχρονο χαρακτῆρα χωρὶς νὰ παίρνουν σ.
Άρό-ω = ῶ (= ἀλετρίζω, ὀργώνω), (θ. ἀρο-),
ἀόρ. ἤρο-σα.
Παθ. ἀρόομαι –οῦμαι.
ῥημ. Έπιθ. ἀρο-τός.
παράγ. ἄρο-τος, ἄρο-σις, ἀρό-σιμος, ἀρο-τήρ, ἄρο-τρον κτλ.
Ῥήματα ποὺ ἐκτείνουν τὸ βραχύχρονο χαρακτῆρα καὶ παίρνουν σ ἐμπρὸς ἀπὸ τὸ θ, μ, τ.
Χό-ω = χῶ (=σκεπάζω μὲ χώμα), (θ. χο-).
ἐνεστ. χῶ, χοῖς, χοῖ κτλ.
ἀπαρ. χοῦν, συγχοῦν,
παρατ. ἔχοον –ουν (-ους, -ου κτλ.),
μέλλ. χώ-σω,
ἀόρ. ἔ-χω-σα,
παρακ. κέ-χω-κα.
Παθ. –χόομαι –οῦμαι,
παρατ. –εχοόμην –ούμην (ἐχοῦ, ἐχοῦτο κτλ),
Παθ. άόρ. ἐ-χώ-σ-θην,
παρακ. κέ-χω-σ-μια.
ῥημ. ἐπίθ. χω-σ-τός.
παράγ. Χῶ-σις κτλ.
Στὸν ἐνεστ. ὑπάρχει καὶ τύπος χών-νυ-μι, κατὰ τὰ ῥ. σὲ -μι (χώσ-νυ-μι).

1 σχόλιο:

  1. Δεν ηπαρχουν αλλα παραδιγματα σε εω ω , αω ω , οω ω

    ΑπάντησηΔιαγραφή