Αναγνώστες

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ ΠΟΥ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΗΚΕ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ (ΚΑΛΒΟΣ, ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ, ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ,ΘΕΟΦΙΛΟΣ)

Η περίπτωση καλλιτεχνών που το έργο τους αναγνωρίστηκε και εκτιμήθηκε μετά το θάνατό τους, ή τουλάχιστον πολύ περισσότερο μετά τον θάνατό τους παρά ενόσω ζούσαν, δεν είναι ασυνήθιστη.

Γι’ αυτό και το λογοτεχνικό παράδοξο του Ανδρέα Κάλβου δε μας ξαφνιάζει.

 Για εξήντα χρόνια το έργο του έμεινε μισοξεχασμένο, αγνοημένο, περιφρονημένο. Ξαφνικά, στα 1889 το ανακαλύπτει και το προβάλλει ο Παλαμάς και από τότε ως σήμερα ολοένα κι ανεβαίνει σε εκτίμηση, καινούριες μελέτες γράφονται, λογοτεχνικά περιοδικά αφιερώνουν τεύχη τους σ’ αυτόν. Η παράξενη, πρωτότυπη, λιγόλογη, μοναχική ποιητική του φωνή ξανακούγεται

Ο Βίνσεντ βαν Γκογκ (30 Μαρτίου 1853 – 29 Ιουλίου 1890) ήταν Ολλανδός ζωγράφος.
 Εν ζωή, το έργο του δεν σημείωσε επιτυχία ούτε ο ίδιος αναγνωρίστηκε ως σημαντικός καλλιτέχνης. Ωστόσο, μετά το θάνατό του, η φήμη του εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα και σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών. Λέγεται ότι κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν είχε κατορθώσει να πουλήσει ούτε έναν πίνακά του. Ήδη από τα πολύ νεανικά του χρόνια παρουσίασε τάσεις μελαγχολίας και πρώιμα ψυχολογικά προβλήματα. Η  επίδρασή του στα μεταγενέστερα κινήματα του εξπρεσιονισμού, του φωβισμού αλλά και εν γένει της αφηρημένης τέχνης, θεωρείται καταλυτική.

Νικόλας Άσιμος (20 Αυγούστου 1949 - 17 Μαρτίου 1988)

Ο Άσιμος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ήταν ένας ευαίσθητος και ασυμβίβαστος τραγουδοποιός που η αξία του αναγνωρίστηκε μετά θάνατον. Είχε για στέκι του την πλατεία Εξαρχείων. Ένιωθε ψυχολογικά πιεσμένος από τους κοινωνικούς θεσμούς και ασκούσε κριτική στις διάφορες μορφές εξουσίας. Από τη σχέση του με τη Λίλιαν Χαριτάκη γεννήθηκε το Μάιο του 1976 η κόρη του Λίλιαν. Ο Άσιμος ήταν κατηγορηματικά αντίθετος με τους θεσμούς της κοινωνίας (γάμος, σχολείο, στρατός, εμπορικά κυκλώματα, δισκογραφικές εταιρίες κ.λ.π.). Συμμετείχε ως δημιουργός, με πέντε τραγούδια, στο δίσκο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου «Χαιρετίσματα» (1987). Μετά την κυκλοφορία του συγκεκριμένου δίσκου απέκτησε δημοσιότητα. Το βράδυ της 16ης Μαρτίου 1988 πήγε και δείπνησε στο σπίτι της Λίτσας Περράκη. Δε μιλούσε πολύ εκείνο το βράδυ. Οι κουβέντες του μετρημένες και αμφίσημες. Στις 17-3-1988 αυτοκτόνησε κρεμασμένος από ένα σχοινί. Τον βρήκε πρώτη νωρίς το πρωί η Λίτσα Περράκη, η οποία μεταξύ άλλων τον βοηθούσε κρατώντας του το μαγαζί ή πουλώντας τις κασέτες του σε διάφορους ανθρώπους. Οι αστυνομικοί βρήκαν στο μαγαζί του μεταξύ άλλων 6 χειρόγραφα με τα οποία εξηγούσε γιατί αυτοκτόνησε και έδινε οδηγίες σε όσους τον βρουν νεκρό τι να κάνουν. Σ΄ ένα από τα χειρόγραφά του ζήταγε από το Βασίλη Παπακωνσταντίνου να πληρώσει τα έξοδα της κηδείας του και να φροντίσει στο μέλλον την κόρη του.

Ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος
O εξαιρετικός λαϊκός ζωγράφος απαθανάτισε θρύλους και παραδόσεις, καθημερινές στιγμές από την ελληνική πραγματικότητα με το μοναδικό του προσωπικό ύφος που καθιστά τα έργα του από τα πλέον αναγνωρίσιμα της ελληνικής ζωγραφικής. Ως το Σεπτέμβριο του 1935, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του, μνεία στο όνομά του γίνεται μόνο σε μερικά δημοσιογραφικά κείμενα στην Αθήνα, τη Μυτιλήνη και το Βόλο. Στις 20 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου δημοσιεύεται στα Αθηναϊκά Νέα μια συνέντευξη του Teriade με τίτλο «Μια καλλιτεχνική ανακάλυψη. Ένας άγνωστος μεγάλος Έλληνας λαϊκός ζωγράφος, ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ» και την επόμενη χρονιά οργανώνεται από τον Teriade έκθεση έργων του στο Παρίσι. Ο Τάκης Μπαρλάς αποκαλεί τον Θεόφιλο «Παπαδιαμάντη της ζωγραφικής» ενώ ο Γιώργος Σεφέρης, ο οποίος το 1947 μιλάει για τον καλλιτέχνη σε έκθεση έργων του στο Βρετανικό Συμβούλιο Αθηνών, τον συσχετίζει με τον Μακρυγιάννη. Σύντομα, το όνομα και το έργο του ταξιδεύει σε πολλές γωνιές του κόσμου.  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου