Αναγνώστες

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΣΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: ΟΜΑΛΟΣ, ΑΝΩΜΑΛΟΣ, ΑΤΤΙΚΟΣ. (ΠΙΝΑΚΑΣ ΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΑΝΩΜΑΛΟ ΚΑΙ ΑΤΤΙΚΟ ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟ)


Ακολουθεί θεωρία για τον αναδιπλασιασμό (ομαλό, ανώμαλο, αττικό) στα ρήματα της αρχαίας ελληνικής στους συντελικούς χρόνους και πίνακες με τα ρήματα με ανώμαλο αναδιπλασιασμό στους συντελικούς χρόνους)
 


ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ

 Χαρακτηριστικό του Παρακειμένου είναι ο αναδιπλασιασμός που γίνεται στην αρχή του ρήματος. Αναδιπλασιασμό έχουμε τριών ειδών:
 
Α) επανάληψη του αρχικού συμφώνου με ένα -ε-
 
Ποια ρήματα παίρνουν ως αναδιπλασιασμό επανάληψη του αρχικού συμφώνου με ένα -ε-;
1α) Όσα ρήματα αρχίζουν από ένα σύμφωνο
π.χ.  λύω > λέ-λυ-κα. 
Αρχίζει από ένα σύμφωνο, γι' αυτό ξαναγράφουμε το πρώτο σύμφωνο το -λ- και προσθέτουμε και το -ε-. Έτσι γίνεται -λε-. Μετά προσθέτουμε το θέμα -λυ- και στο τέλος την κατάληξη -κα
 
Προσοχή!!!!!!
Όσα ρήματα αρχίζουν από χ, φ, θ, στον αναδιπλασιασμό τα γράμματα αυτά παθαίνουν ανομοίωση, δηλαδή, μετατρέπονται σε κ, π, τ 
χ > κ  =  χορεύω > κε-χόρευ-κα, 
φ > π = φυτεύω > πε-φύτευ-κα 
θ > τ = θύω > τέ-θυ-κα

1β) Όσα ρήματα αρχίζουν από δύο σύμφωνα, όμως το πρώτο από αυτά είναι ένα από τα άφωνα:
(π, β, φ, κ, γ, χ, τ, δ, θ) και το δεύτερο είναι ένρινο (μ, ν) ή υγρό (λ, ρ)
π.χ. γράφω > γέ-γρα-φ-α,   βλάπτω > βέ-βλα-φ-α

Β) συλλαβική αύξηση
 
Ποια ρήματα παίρνουν ως αναδιπλασιασμό συλλαβική αύξηση;
            2α) Όσα ρήματα αρχίζουν από δύο σύμφωνα, χωρίς όμως το πρώτο να είναι άφωνο και το δεύτερο ένρινο ή υγρό,
π.χ. σπουδάζω >  ἐ-σπούδα-κ-α
 2β) Όσα ρήματα αρχίζουν από τρία σύμφωνα,
 π.χ. στρατεύω > ἐ-στράτευ-κ-α
            2γ) Όσα ρήματα αρχίζουν από διπλό σύμφωνο ζ, ξ, ψ,
 π.χ. ψαύω > ἐ-ψαυ-κ-α
            2δ) Τα ρήματα που αρχίζουν από ῥ,
τότε παίρνουν ένα -ἐ- ως συλλαβική αύξηση και διπλασιάζουν το ρ 
π.χ.  ῥίπτω > ἔρ-ρι-φ-α

Γ) χρονική αύξηση
 
Ποια ρήματα παίρνουν ως αναδιπλασιασμό χρονική αύξηση;
 
 3) Όσα ρήματα αρχίζουν από φωνήεν,
 Ό,τι  αλλαγές είχαμε στον Παρατατικό και στον Αόριστο, οι ίδιες συμβαίνουν και στον Παρακείμενο
 π.χ. ἁλιεύω > ἡ-λίευ-κ-α

** Ο αναδιπλασιασμός στα σύνθετα και παρασύνθετα με πρόθεση
Στα ρήματα που είναι σύνθετα με πρόθεση ο αναδιπλασιασμός μπαίνει μετά την πρόθεση,
π.χ. ἀπο-γράφω > ἀπο-γέ-γραφα, συν-οικῶ > συν-ῴκηκα



 ΑΝΩΜΑΛΟΣ ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ

Μερικὰ ῥήματα ἔχουν ἀνώμαλο ἀναδιπλασιασμό. Ἔτσι:
1) Τὰ ῥήματα ποὺ τὸ θέμα τους ἀρχίζει ἀπὸ γν ἔχουν ἀναδιπλασιασμὸ τοῦ β’ εἴδους, δηλ. ὅμοιο μὲ τὴ συλλαβικὴ αὔξηση ε (ἀντίθετα μὲ τὸν κανόνα 270,1), καὶ ἀντίστροφα τὰ ῥήματα κτῶμαι, μιμνήσκομαι (ἤ μιμνῄσκομαι) καὶ πίπτω ἔχουν ἀναδιπλασιασμὸ τοῦ α’ εἴδους (ἀντίθετα μὲ τὸν κανόνα 270,2):
γιγνώσκω (θ. γνω-), παρακ. ἔ-γνω-κα
γνωρίζω (θ. γνωριδ-), παρακ. ἐ-γνώρι-κα
κτῶμαι (θ. κτα-, κτη-), παρακ. κέ-κτη-μαι
μιμνήσκομαι (θ. μνη-), παρακ. μέ-μνη-μαι
πίπτω (θ. πτω-), παρακ. πέ-πτω-κα
2) Τὸ ῥῆμα ἀν-οίγω ἔχει ἀναδιπλασιασμὸ ὅμοιο μὲ τὴν αὔξησή του: ἀν-έῳχα, ἀν-έῳγ-μαι (ἀπὸ τὸ ἀν-ήFοιχ-α, ἀν-ήοιχα=ἀνέῳχα καὶ ἀπὸ τὸ ἀν-ήFοιγ-μαι, ἀν-ήοιγ-μαι=ἀνέῳγμαι).
3) Τὸ ῥῆμα εἴκω (ποὺ εἶναι ἄχρηστο στὸν ἐνεστῶτα) ἔχει παρακείμενο ἔ-οικ-α(=μοιάζω) καὶ ὑπερσυντέλικο ἐ-ῴκ-ειν.
4) Τὰ ῥήματα κα-τάγνυμι, ἁλίσκομαι, ὁρῶ, ώθοῦμαι καὶ ὠνοῦμαι παίρνουν ἀναδιπλασιασμὸ ε, ἄν καὶ ἀρχίζουν ἀπὸ φωνῆεν: κατ-έ-αγ-α, ἑ-άλω-κα, ἑ-όρα-κα (καὶ ἑ-ώρα-κα), ἔ-ωσ-μαι, ἐ-ώνη-μαι (ἀπὸ τὸ κατα-Fέ-Fαγ-α, Fε-Fάλω-κα, Fέ-Fωθ-μαι, Fε0 Fώνη-μαι).
5) Τὰ ῥήματα ἐθίζω, ἕλκω, ἐργάζομαι, ἑστιάω-ῶ, καὶ ἐάω-ἐῶ παίρνουν ἀναδιπλασιασμὸ ει (ὅμοιο μὲ τὴν αὔξησή τους): εἴθικα, εἵλκυκα (ἀπὸ θ. ἑλκυ-), εἴργασμαι, εἱστίακα, εἴακα.
6) Τὰ ῥήματα λαμβάνω, λέγω, λαγχάνω, (συλ) λέγω, (δια) λέγομαι καὶ τὰ ἄχρηστα στὸν ἐνεστῶτα μείρομαι(=συμμερίζομαι) καὶ ἔθω(=συνηθίζω) παίρνουν ἀναδιπλασιασμὸ ει: εἴληφα, εἴληχα, (συν)είλοχα, (δι)είλεγμαι, εἵμαρται(=εἶναι πεπρωμένο), εἴωθα(=συνήθιζα).

ΑΤΤΙΚΟΣ ΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ

Μερικὰ ἀπὸ τὰ ῥήματα ποὺ τὸ θέμα τους ἀρχίζει ἀπὸ α ἤ ε ἤ ο ἔχουν ἰδιαίτερο εἶδος ἀναδιπλασιασμοῦ ποὺ λέγεται ἀττικὸς ἀναδιπλασιασμός, γιατὶ κυρίως συνηθιζόταν στὴν ἀττικὴ διάλεκτο.
Ἀττικὸς ἀναδιπλασιασμὸς εἶναι ἡ ἐπανάληψη τῶν δύο πρώτων φθόγγων τοῦ θέματος καὶ συγχρόνως ἡ ἔκταση του (ἐσωτερικοῦ τώρα) ἀρχικοῦ φωνήεντος (τοῦ α ἤ ε σὲ η καὶ τοῦ ο σὲ ω).
Τὰ πιὸ συνηθισμὲνα ῥήματα ποὺ παίρνουν ἀττικὸ ἀναδιπλασιασμὸ εἶναι τὰ ἀκόλουθα:
ἀκούω (θ. ἀκο-), παρακ. ἀκ-ήκο-α
ἀλείφω (θ. ἀδύνατο ἀλιφ-), παρακ. ἀλ-ήλιφ-α
ἐλαύνω (θ. ἐλα-), παρακ. ἐλ-ήλα-κα
ἐλέγχομαι (θ. ἐλεγχ-), παρακ. ἐλ-ήλεγ-μαι
ἐμέω-ῶ(=κάνω ἐμετό) (θ. ἐμε-), παρακ. ἐμ-ήμε-κα
ἔρχομαι (θ. ἐλυθ-), παρακ. ἐλ-ήλυθ-α
ἐσθίω(=τρώγω) (θ. ἐδο-),παρακ. ἐδ-ήδο-κα
ὄμνυμι(=ὁρκίζομαι) (θ. ὀμο-), παρακ. ὀμ-ώμο-κα
(ἀπ)όλλυμι(=καταστρέφω, χάνω) (θ. ὀλε-), παρακ. ὀλ-ώλε-κα
(ἀπ)όλλυμαι(=καταστρέφομαι) (θ. ὀλ-), παρακ. ὄλ-ωλ-α(=ἔχω καταστραφεῖ)
ὀρύττω(=σκάβω) (θ. ὀρυχ-), παρακ. ὀρ-ώρυχ-α
φέρω (θ. ἐνεκ-), παρακ. ἐν-ήνοχ-α
ἐγείρομαι (θ. ἐγερ-), παρακ. ἐγ-ήγερ-μαι(=ἔχω σηκωθεῖ)
ἔγείρομαι (θ. ἐγορ-), παρακ. ἐγρ-ήγορ-α(=εἶμαι ἄγρυπνος)


ΠΙΝΑΚΑΣ ΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΑΝΩΜΑΛΟ ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟ



Ενεστώτας
Παρακείμενος
Ενεστώτας
Παρακείμενος
γιγνώσκω
ἔγνωκα
ὁρῶ
ἑωρακα(ἑόρακα)
γνωρίζω
ἐγνώρικα
ὠθοῦμαι
ἔωσμαι
κτῶμαι
κέκτημαι
ὠνοῦμαι
ἐώνημαι
μιμνήσκομαι
μέμνημαι
ἐθίζω
εἴθικα
πίπτω
πέπτωκα
ἕλκω
εἵλκυκα
ἀνοίγω
ἀνέῳχα
ἐργάζομαι
εἴργασμαι
εἴκω
ἔοικα
ἑστιῶ
εἱστίακα
κατάγνυμι
κατέαγα
ἐῶ
εἴακα
ἁλίσκομαι
ἑάλωκα/ἥλωκα
λαμβάνω
εἴληφα
λέγω
εἴρηκα
συλλέγω
συνείλοχα
διαλέγομαι
διείλεγμαι
ἔθω
εἴωθα

ΠΙΝΑΚΑΣ ΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΑΤΤΙΚΟ ΑΝΑΔΙΠΛΑΣΙΑΣΜΟ

Ενεστώτας
Παρακείμενος
Ενεστώτας
Παρακείμενος
ἀκούω
ἀκήκοα
ἐσθίω
ἐδήδοκα
άλείφω
ἀλήλιφα
ὄμνυμι
όμώμοκα
ἐλαύνω
ἐλήλακα
ὄλλυμι
ὄλλυμαι
ὀλώλεκα
ὄλωλα
ἐλέγχομαι
ἐλήλεγμαι
φέρω
ἐνήνοχα
ἔρχομαι
ἐλήλυθα
ἐγείρω
ἐγήγερκα


2 σχόλια: