Αναγνώστες

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ)


Πολλές γενιές Ηπειρωτών γεννήθηκαν και πέθαναν με το όνειρο της λευτεριάς, όπως μας τραγουδάει και ο ποιητής μας Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στο ποίημα:"επέσανε τα Γιάννενα"


Πέσανε τα Γιάννενα
βουβάθη το Μπιζάνι.
Μαζί κι ηφύση σώπασε
και άνοιξη πια κάνει

κι η λίμνη δεν αφήνει,
τους στεναγμούς που βγάζανε,
οι νύφες κι η Φροσύνη.
Επέσανε τα Γιάννενα!
Στη σκλαβωμένη χώρα,
η λευτεριά εσκόρπισε,
τα ποθητά της δώρα.


Εσείς πουλιά της άνοιξης
τη νίκη διαλαλήστε,
ψάλτε γλυκά το νικητή
και το στρατό υμνήστε.


Λουλούδια και τριαντάφυλλα,
χίλιες φορές ανθίστε,
τους τάφους των παλικαριών,
με χάρη να στολίστε.


Στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων είναι αφιερωμένο το ποίημα του Στέφανου Δάφνη, δημοσιευμένο στο ημερολόγιο του Σκόκου, το 1915.
Έχει τίτλο "Στα Γιάννενα":
 
Απ΄ έξω από τα Γιάννενα, σ΄ ένα ψηλό κλαδί,
Πουλί - πουλάκι εκάθισε και γλυκοκελαηδεί.
Ανοίχτε στράτα διάπλατη και στράτα μυρωμένη

κι έρχεται η Λευτεριά η κυρά με τ΄ άνθη στολισμένη.
Τ΄ ακούνε οι σκλάβοι, που βαθιά σ’ ονείρου βάθος ζούνε
Και τα κεριά ετοιμάζουνε και τους παλμούς κρατούνε,
Και το καλό φθινόπωρο με κάποια ανατριχίλα
Στρώνει τ’ ολόχρυσο χαλί με τα στερνά του φύλλα.

Στο ποίημα του Άγγελου Σικελιανού με τον τίτλο:«Μαβίλη» ο ποιητής συγκινημένος εκθειάζει τη θυσία του Λορέντζου  Μαβίλη στο Δρίσκο. Ο Μαβίλης λαμβάνει τη διάσταση ήρωα και η πράξη του λειτουργεί ως υπόδειγμα για όλους τους Έλληνες: 
Το μεγάλο κορμί σου ομπρός στα Γιάννενα
και ο λογισμός Σου, κορυφή των κρίνων
 ας είναι αρχή ν’ ανοίξει διάπλατα

του οχτρού, για να μπει το άνθος των Ελλήνων.
κι ας σου κάμουν οι νιοί το νεκροκρέβατο
με των δαφνών κλαριά και με των σκίνων
να σε φέρου, ωραίε κι άσπιλε Ήρωα
σα λείψανο άγιο μπρος στην Άγια Πύλη
Του στρατού της Ηπείρου όλα ας σκύψουνε
να σου αγγίξουν το μέτωπο τα χείλη
Απλός στρατιώτης κ’ εγώ, σκύβω δίνοντας
τον ύστερο ασπασμό σ’ Εσέ Μαβίλη!
 Στο ποίημα «Γιάννενα» η προσδοκία της απελευθέρωσης των ελληνικών πληθυσμών,
προσλαμβάνει το χαρακτήρα παιδικού ονείρου που επιτέλους εκπληρώνεται.
Θλιφτό ξανάρθε τ’ όνειρο τ’ αθώο – το παιδιακίσιο
Νανούρισμα της μάνας μας στις κούνιες μας, τα βράδια: 
«Κοιμήσου, το παιδάκι μου, κ’ εγώ θα σου χαρίσω
την Άρτα με τα Γιάννενα, τη Χιό με τα καράβια»
Χαρακτηριστικό ποίημα για τη μέρα αυτή είναι κι εκείνο που έγραψε ο Γεώργιος Σουρής, με τίτλο: «Τα πήραμε τα Γιάννενα» 
 
Τα πήραμε τα Γιάννινα
Μάτια πολλά το λένε,
Μάτια πολλά το λένε,
Όπου γελούν και κλαίνε


Το λεν πουλιά των Γρεβενών
Κι αηδόνια του Μετσόβου,
Που τα έκαψεν η παγωνιά
Κι ανατριχίλα φόβου.
Το λένε χτύποι και βροντές,
Το λένε κι οι καμπάνες,
Το λένε και χαρούμενες
Οι μαυροφόρες μάνες.
Το λένε κι οι Γιαννιώτισσες
Που ζούσαν χρόνια βόγγου,
Το λένε κι οι Σουλιώτισσες
Στις ράχες του Ζαλόγγου.
μια άλλη παραλλαγή του ίδιου τραγουδιού αναφέρει:

Το λεν τα μαύρα Γιάννενα, το δόλιο Κακοσούλι,
το λεν κι απ' τη βαριά σκλαβιά, βασανισμένοι δούλοι.
Το λεν κι όσες γκρεμίστηκαν στα κράκουρα του λόγγου,
Σουλιώτισσες που χόρεψαν στις ράχες του Ζαλόγγου.
Το λένε τα ψηλά βουνά κι οι δροσερές βρυσούλες,
το λένε καμαρόφρυδες, κόρες Γιαννιωτοπούλες.
Το λέει αρματολού σπαθί και κλέφτη γιαταγάνι
το λένε χτύποι και βροντές στο τρομερό Μπιζάνι.
"Τα πήραμε τα Γιάννενα μάτια πολλά το λένε,
μάτια πολλά το λένε όπου γελούν και κλαίνε."

Ο Ιωάννης Πολέμης γράφει το ποίημα «Όταν πέσανε τα Γιάννενα», εμπνευσμένος από τους θρύλους και την ιστορία της Λίμνης με τις δεκαεφτά παρθένες, που έπνιξε ο διαβόητος Αλή Πασάς. 
 
 Βαθιά οι πνιγμένοι ανάσαναν κι εκόχλασε το κύμα κι εκρινοβόλησαν οι αφροί το υγρό της λίμνης μνήμα
Κρινόσπαρτος παράδεισος τη νύχτα εκείνη εγίνη 

κι ανέβηκαν οι δεκαφτά με την κυρά Φροσύνη.
Σύρε, Φροσύνη, το χορό: Σφιχτά χειροπιασμένες,
σ’ ακολουθούν αχώριστες οι δεκαεφτά Παρθένες.
Λαλούν αθώρητα βιολιά κι αναγαλλιάζ’ η λίμνη
κι ο φλοίσβος της ακρολιμνιάς είναι τραγούδια κι ύμνοι.
Είναι πικρές οι θύμησες και στάζουνε φαρμάκι
μα στρέψε ιδέες, καταδιωχτοί, φεύγουν οι βουλολάκοι.
Ο Αλή πασάς από κοντά με μιαν οχιά για ζώνη
τραβά τα γέρικα μαλλιά, τα γένια ξεριζώνει.
Κι αν σε ρωτήσ’ η λίμνη σου: - Γιατί, Φροσύνη, νιώθω
στα στήθη μου αναγάλιασμα, στα βάθη μου χαρά;
Πες της: η γαλανόλευκη, με τον αιώνιο πόθο
έφερε Φώτων το Σταυρό π’ αγιάζει τα νερά.



Από τους ίδιους θρύλους της πολυτραγουδισμένης λίμνης εμπνεύστηκε και η Βαρβάρα Θεοδωροπούλου- Λιβαδά για να γράψει το ποίημά της με τίτλο: «Στη λίμνη των Γιαννίνων» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ηπειρωτικό Μέλλον" στις 26/2/1979.

Απ' τα νερά σου τα γλυκά παραμυθένια λίμνη,
ας έρθει με τις δεκαεφτά η όμορφη Φροσύνη.
Να ιδούν το κάστρο το παλιό, το σιδεροφραγμένο,
πως είναι πια ελληνικό κι απελευθερωμένο.

Πες στη Φροσύνη να ντυθεί το πιό 'μορφο φουστάνι,
με τα φλουριά τα ολόχρυσα και το πλατύ γιορτάνι.
Και στα χαρούμενα νερά από τη λευτεριά τους,
ας γυαλιστούν οι όμορφες, να ιδούνε τη θωριά τους.

Πες τους να 'ρθούν περήφανες, μ' ολόρθο το κεφάλι
κι η εκκλησιά η ορθόδοξη θα λειτουργήσει πάλι.
Και στη Λαμπρή, στη λειτουργιά, της λευτεριάς λαμπάδες,
θε να σταθούν οι δεκαεφτά, μαρτυρικές κυρά
Επίσης πολύ χαρακτηριστικό και συγκινητικό είναι και ένα ποίημα του Μπιζανομάχου Γεωργίου Ν.Γάκη (από την Αρκαδία) ο οποίος απευθύνεται στη μητέρα του:

«Μανούλα μ΄ σε παρηγορώ από χιλιάδες μίλια, γιατί εχθές στον ύπνον μου δυσάρεστη σε είδα.
Ο Τόμαρος αντιλαλεί των κανονιών τους ήχους και χαίρεται που σύντριψαν του Μπιζανίου τους τοίχους.
Στο Πεζικόν το 11ον οφείλεται η νίκη, η τόσον ολιγόωρος, πράγματι είναι φρίκη.
Από Αρκάδας σύγκειται που πήραν πυροβόλα και δη το 1ον Τάγμα του, τον Άγιο Νικόλα.
Η ώρα είναι 12 σχεδόν το μεσημέρι, ως τότε εβαστάχθηκε το τουρκικόν ασκέρι.
Κι εβγήκε απ' τα προχώματα στα Γιάννινα να πάει, όπλα, φυσίγγια, γυλιούς στον δρόμον τα πετάει.
Επίσης και το φρούριον, το τρομερόν Μπιζάνι, εσίγησε κι εκάθετο, σκέπτεται τι να κάνει.
Διότι το εκύκλωσαν εύζωνοι με την λόγχην και ο Εσάτ ευρίσκεται στου ποταμού την όχθην.
Την επομένην το πρωί στέλνει στο Στρατηγό μας, πως το Μπιζάνι σήμερον λογίζεται δικό μας.
Τριάντα χιλιάδες είμεθα, εκτός των πυροβόλων κι όλοι παραδιδόμεθα στο Νικητή «άνευ όρων».
Και τότε ο Στρατηλάτης μας στα Γιάννινα πηγαίνει και από τα χέρια του Εσάτ το ξίφος του το παίρνει.
Μόνος του το παρέδωσε το ξίφος του ο καημένος, ωσάν γενναίος Στρατηγός, αλλά όμως ηττημένος.
Τα βάσανά μου, μάνα μου, σώθηκαν πια καημένη και όλοι περιμένουμε ειρήνη για να γένει.
Για νά 'λθουμε στα σπίτια μας ίνα ξεκουρασθούμε, γιατί εχθρόν δεν έχουμε πλέον να πολεμούμε».
Για το μήνυμα της νίκης μάς μιλάει και το ποίημα του Γεωργίου Ξύδη με τίτλο: "Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων" 
Πέφτουν στα Γιάννενα κανόνια!
Τη Λευτεριά καλωσορίζουν.
Που οι σκλάβοι ως πεντακόσια χρόνια ,
την καρτερούν και δε λυγίζουν.

Κι ήρθε η εικοστή πρώτη Φλεβάρη ,
του δοξασμένου «Δέκα τρία» ,
που οι αντρειωμένοι μας φαντάροι ,
νικούν εχθρούς, βροχές και κρύα.

Και στήνουν την γαλανομάτα ,
πάνω στ'αγέρωχο Μπιζάνι.
με της ψυχής τους τη σκαπάνη.

Τις αλυσίδες σπουν κομμάτια,
και χτίζουν λαμπερά παλάτια,
της νίκης που φορεί στεφάνι.
Ελεύθερα τα Γιάννενα
εικοσιμία Φλεβάρη
η Ήπειρος ελεύθερη
απ' της σκλαβιάς τα βάρη.

Πανηγυρίζει η πόλη μας
όλη με καλοσύνη
Βασιλική στήνει χορό
με την κυρά Φροσύνη.

Φροσύνη πιάσε το χορό
πρώτη απ' τις κυράδες
και ξύπνα και τις δεκαεφτά
τις όμορφες νεράιδες.

Πιάστε χορό στα κύματα
την άγια τούτη μέρα
ανθόσπαρτη είν' η λίμνη μας
κι ο κάμπος όλος πέρα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου